Archive for the αριστοφανικά Category

Βατρα-Χ: για τους απονευρωμένους «Βατράχους» του Λιγνάδη

Posted in αριστοφανικά, θέατρο with tags , , , , , , , on Αύγουστος 4, 2008 by maurochali

Ο Γεωργουσόπουλος εκρήγνυται. Ο Βίδος στο Βήμα είναι καυστικότατος. Εθνικά σκεπτόμενοι δικηγόροι ξεσπαθώνουν. Ομαδικές αποχωρήσεις από την παράσταση της Επιδαύρου. Η Espresso αγαλλιά με το θέαμα υπερμεγέθους φαλλού πλάι στην Ματσούκα (Ν.Β. Το «άρθρο» περιέχει εξωφρενικές ανακρίβειες (όχι οι Βάτραχοι δεν είναι η τελευταία κωμωδία του Αριστοφάνη, ούτε καν η τελευταία σωζόμενη) και ωραία ορθογραφικά σφάλματα (βλ. το … παρών)). Οι περισσότεροι μοιάζουν μάλλον μπερδεμένοι και με διάθεση αμφίλογη. Η παράσταση Βατρα-Χ του Λιγνάδη (Δελφοί, 4 Ιουλίου, Επίδαυρος, 11 και 12 Ιουλίου, κατόπιν περιοδεία σε όλη την Ελλάδα) δεν πέρασε απαρατήρητη από την κριτική. Και η σχετική συζήτηση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα διαρκώς επανερχόμενα ερωτήματα που αφορούν τις παραστάσεις του αρχαίου δράματος γενικά και της αριστοφανικής κωμωδίας ειδικότερα στην Επίδαυρο. (Στην ιστοσελίδα του «Αθηνόραμα», όπου παρουσιάζεται η παράσταση υπάρχει πλούσια και ενίοτε θυελλώδης συζήτηση μεταξύ θεατών. Δες και την ενδιαφέρουσα και πλούσια συζήτηση στο μπλογκ «Ενεργοί Πολίτες Σάμου». Εκτενής παρουσίαση, την οποία αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς, στο μπλογκ του ardalion.) Θα ασχοληθούμε λιγάκι με αυτή την συζήτηση. Σχόλιο πάνω στα σχόλια (παλιά μου τέχνη, κόσκινο). Συνέχεια

θα σου τα κόψω εγώ τα γέλια …

Posted in παιχνιδάκια, αριστοφανικά, εφημερίδες, θέατρο with tags , , , , on Ιουλίου 16, 2008 by maurochali

Σε μια μάλλον δροσερή μικρή πόλη, κάπου στην δυτική Ευρώπη, καλοκαίρι, ενώ στην Επίδαυρο μικρή και μεγάλη δοκιμάζεται το αρχαίο ελληνικό και ευρωπαϊκό θέατρο στον ανοιχτό χώρο και τις νέες σκηνοθεσίες, διαβάζοντας τις κριτικές των εφημερίδων και ποστ σε μπλογκ θεατρόφιλων. Ιδανικό περιβάλλον για να αναπτύξεις εμμονές.
Πέρυσι, τέτοιο περίπου καιρό γράφαμε για «γέλια, χάχανα και πνευματικές διαδικασίες», για τον κανονιστικό λόγο περί γέλιου στις θεατρικές κριτικές. Τότε ο κριτικός λόγος, τον οποίο σχολιάζαμε,  αφορούσε την αντίληψη περί γέλιου στο επίπεδο της παραγωγής / σκηνοθεσίας. Έτσι όταν φέτος διαβάσαμε την κριτική της κ. Βένας Γεωργακοπούλου για τις «Ευτυχισμένες Μέρες» του Μπέκετ σκεφτήκαμε πως ήταν ώρα να ζευγερώσουμε το περσινό ποστ. Αυτή τη φορά με ένα σχόλιο πάνω σε ένα σχόλιο για το γέλιο στο επίπεδο της πρόσληψης. Συνέχεια

τα νεφελώματα της μνήμης και ή οι Νεφέλες της ασυνέχειας

Posted in πολιτική, αριστοφανικά with tags on Αύγουστος 23, 2007 by maurochali

«Ομως, φαίνεται, κάτι ήξερε για την μπογιά μας ο Αριστοφάνης και ζήταγε απ’ τους Ελληνες, αν θέλουν να ευτυχούν, να έχουν μνήμη («Νεφέλες») -πλην όμως, άτιμον πράγμα η ασυνέχεια του έθνους -πολύ ξεχασιάρα…»

Αυτά (μαζί με άλλα ωραία και καίρια) ο Στάθης στον Ναυτίλο της σημερινής Ελευθεροτυπίας (Ελπίζω ότι η αποσπασματική παράθεση δεν αδικεί το κείμενό του).

Με τσίγκλισε η αναφορά στις Νεφέλες, δεν την θυμόμουν και είπα να την βρω. Δεν την βρήκα, κι ας έκανα το κείμενο φύλλο και φτερό. Νομίζω όμως ότι βρήκα αυτό που μάλλον «γέννησε» το «παράθεμα» του Στάθη:

Αρκετά μετά την είσοδό τους στην ορχήστρα απευθύνονται οι Νεφέλες επιτέλους πια και στον Στρεψιάδη, τον δουλεύουνε ψιλό γαζί και του τάζουνε λαγούς με πετραχήλια, ήτοι γκραν σουξέ ως ρήτορα και σοφιστή, και πρώτα από όλα ότι θα γίνει ο πιο ευτυχισμένος (η μπίζουλη λέξη: εὐδαίμων) από όλους τους Αθηναίους και τους Έλληνες, αν έχει καλή μνήμη (μνήμων) και είναι διανοητής γερός (φροντιστής) και το έχει στο αίμα του να βασανίζεται (τὸ ταλαίπωρον ἔνεστι έν τῇ ψυχῇ). Όλα αυτά στις αριστοφανικές Νεφέλες 412 κ.ε.

Όλοι οι χαρακτηρισμοί ανήκουν προφανέστατα στο λεξιλόγιο της σοφιστικής και της ρητορικής και διακωμωδούνται εδώ. Όσο για το μνήμων ειδικά, δεν αναφέρεται στην ιστορική μνήμη αλλά είναι τεχνικός όρος για την μνήμη ως δεξιότητα απαραίτητη σε κάθε ρήτορα.

Είναι άτιμο πράμα αυτή η συνέχεια, κάτι σαν τις Νεφέλες τις ίδιες. Κει που νομίζεις ότι την έχεις και καμαρώνεις, τσουπ σου βγαίνει με κόκκινο από τ’ αριστερά (και καλά σου κάνει) ως ασυνέχεια· κει που νομίζεις ότι θυμάσαι, έχεις τόσο πολύ διαστρεβλώσει ό,τι «θυμάσαι», ώστε η μνήμη σου προϋποθέτει γερές δόσεις λήθης και, κάπως σχολαστικά κρίνοντας, αυθαιρεσίας.

Αν θέλουμε να μείνουμε στις αριστοφανικές Νεφέλες: αυτό το μνήμων και όλα τα υπόλοιπα του Στρεψιάδη δεν του βγήκαν και τόσο σε καλό του.

Εγώ, αν έχει οποιαδήποτε σημασία, δεν θα έμενα οπωσδήποτε στην τραγική — κυριολεκτικά — κατάληξη του Στρεψιάδη. Καλό είναι να θυμάσαι, χωρίς όμως να ξεχνάς ότι η επιλεκτικότητα και η ασυνέχεια είναι συστατικά της συνέχειας που κατασκευάζεις ενθυμούμενος/-η. Αλλά ο Ναυτίλος στο λεπτό αυτό ζήτημα ψηφίζει, ως γνωστόν, λήθη δαγκωτό.

με βλέμμα λοξό και ένα κρυφό γέλιο κάτω από τα μουστάκια

Posted in αριστοφανικά with tags on Αύγουστος 16, 2007 by maurochali

Το 1972 ο K.J. Dover δημοσίευσε την σημαντική εισαγωγή στην αριστοφανική κωμωδία (Aristophanic Comedy, London), η οποία κυκλοφόρησε και στα ελληνικά σε εξαιρετική μετάφραση του Φ.Ι. Κακριδή το 1978 από το ΜΙΕΤ.

Μέχρι τώρα χρησιμοποιούσα το αγγλικό βιβλίο από δεμένες φωτοτυπίες, που είχα από χρόνια και δεν μπορώ πια να θυμηθώ καθόλου από πού τις είχα βρει. Καθώς τις είχα συνηθίσει, δεν είχα ανοίξει ποτέ την πρωτότυπη αγγλική έκδοση. Το έκανα κατά τύχη εχτές. Και στην πρώτη σελίδα:

με την ακόλουθη λεζάντα:

«Παρατηρώντας αυτόν τον έλληνα αγρότη, παρατηρώντας κυρίως την έκφραση του προσώπου του, θα μπορούσαμε να φανταστούμε ευκολότερα τους ανθρώπους που αποτελούσαν την μεγάλη πλειονότητα των θεατών του Αριστοφάνη.»

Από την έλλειψη κάθε αναφοράς σε πηγή προέλευσης εικάζω ότι την φωτογραφία την τράβηξε ο ίδιος ο Dover. Και είναι πολύ όμορφη. Καθώς απουσιάζει από την ελληνική έκδοση — τουλάχιστον την τρίτη που εγώ έχω υπόψη μου — την ανεβάζω εδώ.

γέλια, χάχανα και σόκιν πνευματικές διεργασίες

Posted in αριστοφανικά with tags on Αύγουστος 2, 2007 by maurochali

Γράφει στην προχθεσινή Ελευθεροτυπία ο Γ. Ιωαννίδης κρίνοντας την Λυσιστράτη του ΚΘΒΕ, που παραστάθηκε το Σαββατοκύριακο στην Επίδαυρο:

… Εμμένοντας στις εντυπώσεις όμως η κωμωδία έχασε την επαφή με τα βαθύτερα ερείσματά της, ώσπου έφτασε να αιωρείται στο κενό σαν βοντβίλ, με μόνο σκοπό τον εντυπωσιασμό και το γέλιο. Ειδικά το τελευταίο προέρχονταν αποκλειστικά από τους σεξουαλικούς υπαινιγμούς -που για να είμαστε ειλικρινείς μόνο υπαινιγμοί δεν ήταν. Ισως επηρεασμένος από την απουσία κάποιας βαθύτερης στοχοθεσίας, βρήκα την παράσταση σε πολλά σημεία άστοχα προκλητική. Δεν θέλω να ηθικολογώ αλλά δεν θέλω κιόλας να χαχανίζει ο κόσμος με τον Αριστοφάνη. Ολοι συμφωνούμε εξάλλου ότι το γέλιο οφείλει να είναι εκδήλωση μιας βαθιάς πνευματικής διεργασίας, όχι αποτέλεσμα της συμπτωματικής αντίδρασης στο σόκιν. …»

Δεν με ενδιαφέρει να υπερασπιστώ την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γ.Ιορδανίδης. Δεν την παρακολούθησα δυστυχώς, δεν θα μπορούσα να την παρακολουθήσω και δεν την γνωρίζω.

Αυτό που μου προκαλεί εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ο ρητά κανονιστικός λόγος του κριτικού για το γέλιο· ίσως το κείμενο αδικεί τον συντάκτη του, ίσως πρόθεσή του είναι να αναφερθεί μόνο στο γέλιο που (οφείλει να;) προκαλεί η κωμωδία και όχι στο γέλιο γενικώς. Ακόμα όμως και έτσι αν είναι, πρόκειται για μία άκρως παράδοξη θέση.

Είναι παράδοξος καταρχήν ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «βαθιές πνευματικές διεργασίες» και σε «συμπτωματικές αντιδράσεις στο σόκιν». Αν αντί για «βαθιές» διάβαζα «συνειδητές» θα είχα ομολογουμένως μικρότερο πρόβλημα. Το γέλιο ως αντίδραση στην αισχρολογία δεν είναι «ρηχή» αντίδραση, βαθιά-βαθύτατη είναι και ασυνείδητη. Ένας μικρός περίπατος ως το 1905 και το «Αστείο» του Freud αρκεί για τα πρώτα κρίσιμα βήματα. Ίσως όμως να φτάνει απλώς λίγη ειλικρίνεια. Το γέλιο είναι επίσης πάντα μάλλον συμπτωματική αντίδραση, με την έννοια ότι έχει «εκρηκτικό χαρακτήρα». Είναι άλλο θέμα ότι η κωμωδία δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο πλήθoς τέτοιων «εκρήξεων» συνυπάρχουν οργανωμένα.

Παράδοξη είναι και η μη ρητά διατυπωμένη αλλά σαφής αντίληψη για το τι είναι αριστοφανικό. Αχ εκείνοι οι «σεξουαλικοί υπαινιγμοί». Αν κάτι συναρπάζει στους αριστοφανικούς υπαινιγμούς είναι η καταπληκτική δύναμη που κερδίζουν καθώς στέκουν πλάι πλάι με την πιο απροκάλυπτη και ξεδιάντροπη αισχρολογία. Γενικά ο υπαινιγμός δεν είναι ο κατεξοχήν τρόπος ούτε του Αριστοφάνη ούτε της αρχαίας κωμωδίας, ούτε στο επίπεδο της λέξεως ούτε στο επίπεδο της όψεως. Εμφανέστατα καυλωμένα αρσενικά, με τους φαλλούς που ανήκουν ως σταθερό εξάρτημα στο κοστούμι τους τεντωμένους μέχρις αποπληξίας, που αστειεύονται πικρά μεταξύ τους: «αν έχετε μυαλό θα μαζεύατε λίγο τα ρούχα σας, μή σας δει κάνας ερμοκοπίδας» δεν είναι υπαινιγμός ή, αν είναι, ανήκει τουλάχιστον επάξια, νομίζω, ανάμεσα σε εκείνους που «αν είμαστε ειλικρινείς μόνο υπαινιγμοί δεν είναι». (Αρ. Λυσ. 1090-1094). Η αρχαία κωμωδία διακρίνεται ακριβώς από την ελεύθερη αισχρολογία της, όπως και από την απροκάλυπτη σάτιρα, σε αντίθεση με την μεταγενέστερή της κωμωδία, από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.χ και μετά. (Αυτή είναι και η κοινή διαπίστωση που κυριαρχεί στην αρχαία φιλολογική παράδοση). Αυτό δεν σημαίνει ότι η αρχαία κωμωδία και συγκεκριμένα η αριστοφανική δεν χρησιμοποιεί «υπαινιγμούς». Το αντίθετο. Ο λόγος όμως ύπαρξής τους δεν είναι να η κάλυψη αλλά η δημιουργία εικόνων που κάνουν την (για την κωμωδία επίσης χρήσιμη) απλή αισχρολογία ποίηση: το όμορφα ξυρισμένο λιβαδάκι της πρέσβειρας από την Βοιωτία (Αρ. Λυσ. 89) πλάι στα θαυμάσια βυζιά της Λαμπιτούς από την Σπάρτη (83) είναι δηλωτικό.

Είναι παράδοξη (και σαφώς ενδιαφέρουσα) η διάκριση ανάμεσα σε γέλια και χάχανα, η οποία εμπεδώνει με την χρήση ξεχωριστής λέξης την διάκριση ανάμεσα στο «σοβαρό, βαθύ πνευματικό» και στο «επιπόλαιο» γέλιο. Δεν πρόκειται βεβαίως για διάκριση επινοημένη από τον Γ. Ιωαννίδη. Στο Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη ορίζεται το χάχανο ως δυνατό και παρατεταμένο γέλιο, συνήθως χωρίς λόγο· τα ίδια περίπου και στο Λεξικό που εξέδωσε ο κ. Μπαμπινιώτης. Φαντάζομαι ότι είναι εκείνο το «χωρίς λόγο» που ωθεί τον Γ.Ιωαννίδη να χρησιμοποιήσει το «χαχανίζω». Δεν καταλαβαίνω γιατί το σόκιν δεν είναι λόγος για να γελάει κανείς.

Ομολογώ ότι το προσωπικό μου γλωσσικό αισθητήριο με σπρώχνει να αντιπαραθέσω στα χάχανα τα βροντερά γέλια, και στο «χαχανίζω» το «γελώ από την καρδιά μου, πεθαίνω στα γέλια». Αν σωστά νομίζω, τότε πάλι δεν καταλαβαίνω για πρέπει αναγκαστικά κανείς να χαχανίζει με ένα «σόκιν αστείο» και όχι να γελά τρανταχτά.

Μπορεί κανείς να συζητήσει αρκετή ώρα για τις διαφορές του σόκιν στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ.χ. και στην δική μας. Υπάρχουν και είναι σημαντικές. Είναι όμως σαφές ότι η αρχαία κωμωδία γίνονταν αντιληπτή ως είδος που απολάμβανε ή είχε κατακτήσει στην πράξη μια ιδιαίτερη ελευθερία να χυδαιολογεί, να λέει πράγματα που αλλιώς και αλλού δεν λέγονταν δημοσίᾳ. Πράγματα σόκιν δηλαδή.

Ίσως να έχω άδικο στην κρίση μου για την κριτική. Ίσως η έλλειψη που επισημαίνει ως απουσία «βαθύτερη στοχοθεσίας» να αποδυνάμωνε σε τέτοιο βαθμό το δραματικό θέαμα, ώστε στο τέλος να έμενε μια σειρά σόκιν σεξουαλικών αστείων, πράγμα που θα ήταν οπωσδήποτε λίγο για μια κωμωδία. Αν ήταν έτσι, τότε το πρόβλημα δεν είναι ούτε τα χάχανα ούτε το σόκιν αλλά η ακύρωση της κωμωδίας. Σε κάθε περίπτωση τον βαθιά πουριτανικό και κανονιστικό λόγο για το γέλιο, που «όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να είναι αποτέλεσμα βαθιάς πνευματικής διεργασίας», δεν τον καταλαβαίνω.

Ξέρω ένα μόνο «γέλιο» που είναι μάλλον «αποτέλεσμα βαθιάς πνευματικής διεργασίας». Το πικρό γέλιο. Δεν λέω, είναι πολύ πιθανό στα χείλια των Αθηναίων του 411 να χάραζε και ένα τέτοιο γέλιο (ή μάλλον χαμόγελο), σαν άκουγαν τους στην πραγματικότητα από τους Πέρσες υλικά υποστηριζόμενους Σπαρτιάτες να τραγουδούν για τις Θερμοπύλες (Αρ. Λυσ. 1246-1270), αλλά οπωσδήποτε αυτό δεν είναι και το μόνο γέλιο που ξέρει η κωμωδία. Και ο λόγος που εμένα τουλάχιστον προσωπικά με μαγεύει η αρχαία κωμωδία είναι ότι μπορεί να βάζει δίπλα-δίπλα να συνυπάρχουν στο ίδιο οικοσύστημα χάχανα και πικρά γέλια. Μερικές φορές ακόμα και στην ίδια φράση.

Υ.Γ. Αξιώθηκα μόλις σήμερα να διαβάσω την κριτική του Αγγελικόπουλου στην «Κ». Απ’ όσο καταλαβαίνω η παράσταση πρέπει να ήταν όντως κακή. Ο κανονιστικός λόγος του Γ.Ιωαννίδη για το γέλιο δεν είναι γι’ αυτό λιγότερο προβληματικός.