Βατρα-Χ: για τους απονευρωμένους «Βατράχους» του Λιγνάδη

Ο Γεωργουσόπουλος εκρήγνυται. Ο Βίδος στο Βήμα είναι καυστικότατος. Εθνικά σκεπτόμενοι δικηγόροι ξεσπαθώνουν. Ομαδικές αποχωρήσεις από την παράσταση της Επιδαύρου. Η Espresso αγαλλιά με το θέαμα υπερμεγέθους φαλλού πλάι στην Ματσούκα (Ν.Β. Το «άρθρο» περιέχει εξωφρενικές ανακρίβειες (όχι οι Βάτραχοι δεν είναι η τελευταία κωμωδία του Αριστοφάνη, ούτε καν η τελευταία σωζόμενη) και ωραία ορθογραφικά σφάλματα (βλ. το … παρών)). Οι περισσότεροι μοιάζουν μάλλον μπερδεμένοι και με διάθεση αμφίλογη. Η παράσταση Βατρα-Χ του Λιγνάδη (Δελφοί, 4 Ιουλίου, Επίδαυρος, 11 και 12 Ιουλίου, κατόπιν περιοδεία σε όλη την Ελλάδα) δεν πέρασε απαρατήρητη από την κριτική. Και η σχετική συζήτηση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα διαρκώς επανερχόμενα ερωτήματα που αφορούν τις παραστάσεις του αρχαίου δράματος γενικά και της αριστοφανικής κωμωδίας ειδικότερα στην Επίδαυρο. (Στην ιστοσελίδα του «Αθηνόραμα», όπου παρουσιάζεται η παράσταση υπάρχει πλούσια και ενίοτε θυελλώδης συζήτηση μεταξύ θεατών. Δες και την ενδιαφέρουσα και πλούσια συζήτηση στο μπλογκ «Ενεργοί Πολίτες Σάμου». Εκτενής παρουσίαση, την οποία αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς, στο μπλογκ του ardalion.) Θα ασχοληθούμε λιγάκι με αυτή την συζήτηση. Σχόλιο πάνω στα σχόλια (παλιά μου τέχνη, κόσκινο).

Ο Λιγνάδης διασκευάζει τους Βατράχους του Αριστοφάνη και το δηλώνει ρητά (σε συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων, καθώς και με τον ίδιο τον τίτλο της παράστασης). Διασκευάζει σημαίνει τρία κυρίως πράγματα: 1) Γράφει νέα χορικά ή βάζει τον Μαρίνο να τραγουδήσει παλιά αγαπημένα τραγούδια. 2) Εισάγει την θεατρολόγο Ματσούκα/Μούσα να υποδεικνύει πώς λειτουργεί η κωμωδία και η τραγωδία. Γενικώς τονίζει ιδιαίτερα την μεταθεατρική διάσταση, παρουσίαζει μια κωμωδία που (θέλει να) μιλάει για τις παραστάσεις της αρχαίας κωμωδίας σήμερα (βλ. σχετικά και ένα πολύ εύστοχο σχόλιο του/της A.L. στην σελίδα του «Αθηνόραμα»). 3) Παρεμβαίνει ριζικά στην εξέλιξη της υπόθεσης του δράματος επιβραβεύοντας και τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη με επάνοδο στον πάνω κόσμο.

Η συζήτηση εστιάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι ο Λιγνάδης συνδέει τον αγώνα των τραγικών ποιητών με «απρεπή» περιβάλλοντα, παρουσιάζοντάς τον ως ντέρμπυ μεταξύ Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού ή βάζοντας το κοινό να ψηφίσει τον νικητή σαν να επρόκειτο για ριάλιτι. Κατά την γνώμη μας καλώς καμωμένο είναι τούτο, αν και το εύρημα καταλαμβάνει υπερβολικά πολύ χώρο. Σε κάθε περίπτωση ο Αριστοφάνης δεν φοβάται να βάλει τα πιο αταίριαστα γλωσσικά και κοινωνικά περιβάλλοντα δίπλα-δίπλα, να βάλει συγκεκριμένα τους τραγικούς «να βρίζονται σαν αρτοπώλιδες», όπως σημειώνει ο Διόνυσος (Αρ. Βατρ. 857-858), όπως δεν φοβάται πιθανότατα να παρουσιάσει τον αγώνα μεταξύ Δίκαιου και Άδικου Λόγου στις Νεφέλες σαν κανονική κοκορομαχία.

Το πρόβλημα της παράστασης (που είναι και πρόβλημα της συζήτησης σχετικά με αυτήν) θα έπρεπε ίσως να αναζητηθεί αλλού.

Θυμίζουμε την υπόθεση των αριστοφανικών Βατράχων (σε αδρότατες γραμμές): ο θεός του θεάτρου, ο Διόνυσος, λίγο μετά τον θάνατο του Ευριπίδη είναι απελπισμένος με την κατάσταση του τραγικού θεάτρου στην Αθήνα και αποτολμά να κατέβει στον Αδή για να επαναφέρει τον Ευριπίδη για τον οποίο τρελλαίνεται. Το ταξίδι αν και περιπετειώδες είναι επιτυχημένο, στον Άδη όμως περιμένει τον Διόνυσο μια μικρή έκπληξη: Αισχύλος και Ευριπίδης λίγο απέχουν να πιαστούν στα χέρια διεκδικώντας τον θρόνο της τραγωδίας στον Άδη. Ο Διόνυσος ορίζεται κριτής του αγώνα, κατά τον οποίο με την σειρά ο κάθε ποιητής κάνει φύλλο και φτερό τις τραγωδίες του άλλου. Η τελική κρίση ευνοεί τον Αισχύλο, ο οποίος κερδίζει ταυτόχρονα και τον θρόνο της τραγωδίας και το δικαίωμα επανόδου από τον Άδη. Η τελευταία σκηνή της κωμωδίας (έξοδος) είναι ακριβώς η έναρξη αυτής της επανόδου. (Σημ. Υπάρχουν και άλλες «αφηγηματικές γραμμές» στους Βατράχους, πολύ σημαντικές, με κυριότερη αυτή της «δοκιμασίας» του Διονύσου. Τις αφήνουμε στην άκρη, γιατί — δυστυχέστατα — η παράσταση του κ. Λιγνάδη τις αγνοεί παντελώς.)

Στις αρνητικές (έως κατεδαφιστικές) κριτικές για την παράσταση του κ. Λιγνάδη εντοπίζουμε ως σημαντικότερες τρεις αιχμές: α) Το ίδιο το γεγονός ότι πρόκειται για διασκευή του αρχαίου πρωτοτύπου. β) Απουσία ουσιαστικής συνοχής μεταξύ των κωμικών ευρημάτων, αλλά και μεταξύ των συντελεστών της παράστασης, απουσία προσανατολισμού και στόχου. γ) Απρέπεια, κυρίως λόγω της χρήσης ευτελών περικειμένων (ποδοσφαιρικό ματς, ριάλιτι σόου) στην παρουσίαση του αγώνα Αισχύλου και Ευριπίδη.

Στην θυελλώδη συζήτηση που διεξάγεται πολέμιοι, υποστηρικτές αλλά και ο ίδιος ο Λιγνάδης συμφωνούν ωστόσο σε ένα σημείο: μέτρο και κριτήριο έσχατο ο «σεβασμός στο αριστοφανικό κείμενο». «Μην μου το κάνεις αυτό και τους αφήσεις απείραχτους άρα νεκρούς» είπε το φάσμα του Αριστοφάνη αυτοπροσώπως στον κ. Λιγνάδη — βεβήλωση του Αριστοφάνη, του πνεύματός του, της ουσίας του έργου του βλέπουν οι σφοδροί επικριτές.

Αλαζονεία; Φτώχεια επιχειρημάτων; Και τα δυο μαζί; Πάντως σίγουρα όλοι όσοι επικαλούνται το αριστοφανικό πνεύμα, σαν να είναι κάτι εύκολα ορίσιμο και δεδομένο, ενώ μιλούν για ένα πυκνότατο και αντιφατικότατο κείμενο για το οποίο μάλιστα ιδέα δεν έχουμε πώς παραστάθηκε και το οποίο γίνεται αντικείμενο των πιο διαφορετικών μεταξύ τους ερμηνειών, μιλούν για κάτι που δεν έχει σχέση ούτε με τους Βατράχους ούτε με τον Αριστοφάνη αλλά με τις προσωπικές τους προβολές.

Λαθροχειρία κανονική δηλαδή, η οποία όμως είναι εξόχως αποκαλυπτική. Γιατί μπορεί Γεωργουσόπουλος και Λιγνάδης να διαφωνούν για το πώς θα σωθεί η ελληνική παράδοση συμφωνούν όμως στο κρίσιμο: ότι υπάρχει μία παράδοση και σκοπός των σύγχρονων παραστάσεων κωμωδίας είναι να την διασώζει. Στο πλαίσιο αυτό η κρίσιμη επιλογή του Λιγνάδη να αναθέσει στο κοινό να ψηφίσει για την επανόδο του Αισχύλου ή του Ευριπίδη και να επιλέξει τελικά και τους δύο βγάζει νόημα.

Στο πρωτότυπο, αριστοφανικό κείμενο ο Διόνυσος έχει όντως πρόβλημα να επιλέξει μετά τον αγώνα των τραγικών ποιητών. Χρησιμοποιεί ένα «παράδοξο» κριτήριο που πονοκεφαλιάζει τους φιλολόγους: «διαλέγω αυτόν που ποθεί η ψυχή μου», και επικαλείται και την επιθυμία του κοινού για να αντιμετωπίσει τις αιτιάσεις του Ευριπίδη, ο οποίος ξεσπά εναντίον της επιλογής. Όπως και αν ερμηνεύσει κανείς το κείμενο, είναι σίγουρο ότι στους αριστοφανικούς Βατράχους η επιλογή μεταξύ Ευριπίδη και Αισχύλου είναι από την αρχή εξαιρετικά φορτισμένη και παραμένει τέτοια ως το τέλος. Στους Βατρά-Χ οι εντάσεις λείπουν ή τουλάχιστον δεν είναι τόσο σημαντικές ώστε να συνδεθούν με τον αγώνα και το αποτέλεσμά του. Πολύ πιο σημαντικό είναι να επιλέξει κανείς την (μία και αδιαίρετη) παράδοση. Ο Αριστοφάνης σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο για την Αθήνα θεματοποιεί με ποικίλους τρόπους την κρίση, στο φόντο της πασχίζει να εξετάσει τις δύσκολες σχέσεις μεταξύ δράματος και πολιτικής και στην διαδικασία αυτή ξέρει και να ορίσει την παράδοση (οι Βάτραχοι είναι η πρώτη φορά που ορίζεται αυτό που αργότερα γίνεται γωνστό ως τριάδα των τραγικών ποιητών) αλλά και να επιλέξει από το σώμα της. Ο Διόνυσος των Βατρα-Χ, όσο ανανεωμένος με ευρήματα του performance theater κι αν είναι, μένει άκριτα παραδοσιολάγνος, αβοήθητος και ανίκανος να επιλέξει. Και το κοινό φεύγει στην καλύτερη περίπτωση ευδιάθετο από τα κωμικά ευρήματα, με μια γλυκιά νοσταλγία, χωρίς αιχμή, χωρίς αγωνία. Μια νοσταλγία που μοιάζει λίγο με το αποτυχημένο, ασυγχρόνιστο play-back του Μαρίνου: είναι ολοφάνερα κίβδηλη.

Αν θέλεις να «σεβαστείς» το πνεύμα μια κωμωδίας που είναι η μοναδική (από τις σωζόμενες) που τελειώνει με κατάρες εναντίον σύγχρονων πολιτικών, που είναι η μοναδική που κονταροχτυπιέται με την ίδια την έννοια της παράδοσης κάνεις μάλλον κάτι άλλο. Αν αδιαφορείς για το (υποτιθέμενο) «πνεύμα» του Αριστοφάνη και θέλεις να παρουσίασεις μια δυνατή (όχι απλώς «φρέσκια» διανθισμένη με ευρήματα της δεκαετίας του ῾70) κωμωδία σήμερα κάνεις επίσης κάτι άλλο. Σε κάθε περίπτωση δεν πετάς με ελαφριά καρδιά το γεγονός της δύσκολης και επώδυνης επιλογής, το νεύρο των αριστοφανικών Βατράχων.

υγ. Ο Λιγνάδης μοιάζει να επαίρεται για τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της δουλειάς του. Στην Ευρώπη και την Αμερική κάποιες αριστοφανικές κωμωδίες έχουν γνωρίσει εξαιρετικές διασκευές, με σημαντικότερη, κατά την γνώμη μας, την διασκευή της Ειρήνης από τον Peter Hacks. Ειδικά οι Βάτραχοι έχουν μια πλούσια ιστορία διασκευών με ορόσημο την διασκεύη του Sondheim (που παραστάθηκε το 1974 στην πισίνα του Πανεπιστημίου Yale) η οποία ξαναδιασκευάστηκε και ανέβηκε στο Vivian Beaumont Theater του Broadway το 2004 από τον Nathan Lane (για πρώτες πληροφορίες βλ. εδώ). Από την άποψη αυτή ο Λιγνάδης δεν κάνει κάτι συνταρακτικότερο από το να διασκευάσει ξανά μια κωμωδία η οποία έχει ήδη εμπνεύσει σημαντικές διασκευές. Να ισυρίζεσαι ότι πρωτοπορείς μόνο για αυτόν τον λόγο είναι λίγο. Ας σημειωθεί ότι στην διασκευή του Sondheim ο Ευριπίδης αντικαθίσταται από τον B. Shaw ενώ ο Αισχύλος από τον W. Shakespeare. Ο Διόνυσος αποφασίζει στον δύσκολο αγώνα. Κατά την λογική του Λιγνάδη δεν θα έπρεπε.

υγ. Μας γαργαλά η ιδέα μια σύγχρονης μεταφοράς τους διλήμματος «Ευριπίδης ή Αισχύλος» στα νεοελληνικά δεδομένα: «Χατζιδάκις ή Θεοδωράκης» ή «Ι. Καμπανέλλης ή Λ. Αναγνωστάκη»; Κάτι τέτοιο, ναι, θα ήταν αιχμηρό. Αρκεί ο Διόνυσος να είχε το θάρρος να διαλέξει.

προσθήκη (10 Αυγούστου): Πολύ αρνητική και η κριτική του κ. Παγιατάκη στην Καθημερινή. Γενικά δεν διαφοροποιείται σημαντικά από τις υπόλοιπες αρνητικές κριτικές, επισημαίνει όμως ότι το μήνυμα του Αριστοφάνη είναι η επιστροφή στην ολιγαρχία (sic), μήνυμα που ο Λιγνάδης βεβαίως, δεν μπορεί να ενεργοποιήσει καθώς κάτι τέτοιο δεν είναι ελκυστικό στις μέρες μας. Η επισήμανση αυτή δεν είναι παρά ένα χονδροειδέστατο λάθος, το οποίο μόνο η πλήρης άγνοια του κειμένου των «Βατράχων» μπορεί να εξηγήσει. Για την ακρίβεια η επισήμανση αυτή εμπεριέχει δύο χρονδροειδή λάθη, καθώς υπαινίσσεται ότι στις ημέρες του 405, οπότε ο Αριστοφάνης ανεβάζει τους Βατράχους ένα τέτοιο μήνυμα ήταν για το πλατύ κοινό ελκυστικό.

Advertisements

8 Σχόλια to “Βατρα-Χ: για τους απονευρωμένους «Βατράχους» του Λιγνάδη”

  1. Τελικα, Μαυροχάλι, εσύ την είδες την παράσταση ή σχολιάζεις επί των σχολίων των θεατρικών σχολείων του τόπου;
    Επίσης, σωστό αυτό για την αφηγηματική γραμμή των παθών του Διονύσου (ή κάτι τέτοιο γράφεις), αλλά κατά τη γνώμη μου το μέγα αίνιγμα των Βατράχων δεν είναι άλλο από τον χορό… Αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο

  2. Είχαμε εκφραστεί σαφώς, skebromenos. Έτσι τουλάχιστον θεωρούσαμε. Το σχόλιο μας αφορά άμεσα την συζήτηση για την παράσταση και μόνο έμμεσα την παράσταση, την οποία δυστυχώς δεν είδαμε. Αν πιστεύετε ότι μας διέφυγαν σημαντικές παράμετροι ή παραποιήσαμε κάτι, θα σας ήμασταν υποχρεωμένοι, αν κάνατε τις σχετικές επισημάνσεις. (Αν το ποστ ανεβαίνει ένα μήνα σχεδόν μετά την πρεμιέρα και την παράσταση στην Επίδαυρο είναι γιατί ακριβώς έπρεπε να καλύψουμε την αδυναμία να δούμε την παράσταση με διάβασμα όσων γράφτηκαν, και πολλές πολλές συζητήσεις με ανθρώπους που είδαν την παράσταση.)
    Για να ρωτήσουμε και εμείς με την σειρά μας: ποιον χορό εννοείτε; Το παραχορήγημα των βατράχων ή τον κυρίως χορό των Μυστών; Και βέβαια θα μας ενδιέφερε πολύ, αν θα θέλατε να σκιαγραφήσετε τις γραμμές αυτού που ονομάζετε «μέγα αίνιγμα».
    Όσο για τα «πάθη του Διονύσου»: στην φιλολογική έρευνα είναι πια κοινός τόπος ότι ο Διόνυσος είναι το υποκείμενο ενός είδους διαβατήριας τελετής. Για την σημασία αυτής της διαπίστωσης, σε επόμενο σχόλιο, αν σας ενδιαφέρει.

  3. O tempora o mores!…
    Ακούω κόκκαλα να τρίζουν και φοβάμαι τις βροντές!

  4. Εεεε, το παραχορήγημα είχα κατά νου: εμφανίζεται επί σκηνής ή όχι, γιατί ονοματοδοτεί το έργο, κτλ. κτλ. Αλλά μιας και αναφέρθηκες σε αυτούς, και οι μύστες δεν παν πίσω. Δεν το θυμάμαι το έργο καλά στο σημείο εκείνο: οι μύστες ειναι νεκροί (έτσι μου φαίνεται) ή όχι;
    Δίονυσος ως υποκείμενο διαβατηρίας τελετής: εννοείς στο συγκεκριμένο έργο; Για δώσε κάποια περισσότερα στοιχεία, αν θες….

  5. Αν οι Βάτραχοι εμφανίζονται επί σκηνής ή αν απλώς τους ακούμε να τραγουδάνε αλλά δεν τους βλέπουμε είναι ένα ανοιχτό ερώτημα. Άλλοι φιλόλογοι υποστηρίζουν την μία άλλοι την άλλη θέση. Εκτός από την αισθητική διαφορά σημαντική είναι και η διαφορά στο κόστος της παράστασης στην μία και την άλλη περίπτωση.
    Τα πράγματα με τον τίτλο του έργου είναι εξίσου δύσκολα. Αναφέρω μόνο την υπόθεση που προσωπικά με πείθει: ο Μάγνης πολύ επιτυχημένος κωμικός ποιητής της προηγούμενης γενιάς τους Αριστοφάνη (λίγο μετά το 460 περίπου), έχει πιθανότατα γράψει επίσης κωμωδία με τον τίτλο «Βάτραχοι», ενώ συνηθίζει γενικότερα να χρησιμοποιεί ζωόμορφους χορούς στα έργα του. Ο τίτλος «Βάτραχοι» στον Αριστοφάνη δημιουργεί οπωσδήποτε την προσδοκία ότι ο κύριος χορός θα αποτελείται από Βατράχους. Ο Αριστοφάνης παίζει με αυτές τις προσδοκίες (και τις διαψεύδει, όπως συχνά συμβαίνει στην κωμωδία) ταυτόχρονα όμως παραπέμπει στον αρχαιότερό του Μάγνη (τον οποίο, αν κρίνουμε από όσα λέγονται στην παράβαση των «Ιππέων» εκτιμά ιδιαίτερα), σε μια πρωιμότερη φάση της αττικής κωμωδίας. Σε μια κωμωδία, όπου το θέμα της δραματικής παράδοσης και ανανέωσης τίθεται στο επίκεντρο ένα τέτοιο παιχνίδι δεν είναι ανούσιο.
    Σημ. Δυστυχώς για τον Μάγνη ξέρουμε πολύ λίγα και η υπόθεση ότι έγραψε επίσης «Βατράχους» εξαρτώμαστε από την μαρτυρία των (όχι πάντα αξιόπιστων) αρχαίων λεξικογράφων και σχολιαστών. ( Συνεχίζεται … )

  6. ναι, Θεώρημα,
    μιλώντας για κόκαλα που τρίζουν συχνά φτάνουμε να τρίβουμε τα μάτια μας.

  7. Ο κυρίως Χορός των «Βατράχων» αποτελείται από Μύστες των Ελευσινίων. Προφανώς είναι νεκροί (είμαστε δα στον Άδη), πλην το κρίσιμο είναι η ιδιότητά τους ως μυστών, δεδομένου ότι ο Διόνυσος δεν έχει ασήμαντο ρόλο στα Ελευσίνια Μυστήρια.
    Αυτή η ταυτότητα του Χορού έχει σημασία και για την Παράβαση — αλλά ας το αφήσουμε αυτό στην άκρη.
    Σχετικά με την «μύηση» του Διονύσου: οι «Βάτραχοι» μπορούν να διαβαστούν ως διαβατήρια τελετή κατά την οποία ο εμφανώς μεταμφιεσμένος Διόνυσος, ξεκινά ποθώντας τον Ευριπίδη, γίνεται αντικείμενο σκώμματος από τον Ηρακλή σχετικά με τις ποιητικές του προτιμήσεις, κατεβαίνει στον Άδη, περνά δοκιμασίες, με την ταυτοτητά του να είναι διαρκώς ρευστή, ενώ ακόμα και η θεϊκή του υπόσταση αμφισβητείται (το παιχνίδι εναλλαγής ταυτότητων με τον δούλο του είναι δηλωτικό), «αναγνωρίζεται» από τον Πλούτωνα, προεδρεύει στον αγώνα, καταλήγει να επιλέξει τον Αισχύλο (σε πλήρη αντίθεση με την αρχική του πρόθεση) και επιστρέφει ως θεός πλεόν, θριαμβευτής στον επάνω κόσμο. Πολύ αναλυτικά παρουσιάζει την υπόθεση αυτή η Lada-Richards στο βιβλίο της Initiating Dionysus.

    Όπως γράψαμε και στο ποστ, πιστεύουμε ότι είναι κρίμα που αυτή η αφηγηματική γραμμή εξαφανίζεται στην παράσταση του Λιγνάδη. Αυτή τουλάχιστον ήταν η εντύπωση που αποκομίσαμε διαβάζοντας και συζητώντας για την παράσταση. Εκτός αν εσείς, skebromenos, έχετε άλλη άποψη, την οποία, εννοείται, πολύ θα θέλαμε να διαβάσουμε.

  8. Υπάρχει μια «λεπτομέρεια» που κάνει την συζήτηση περί διασκευών αρχαίων κωμωδιών και ειδικά την διαμάχη μεταξύ του κ. Γεωργουσόπουλου και του κ. Λιγνάδη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Την ίδια στιγμή που παίζεται η παράσταση των Βατρα-Χων περιοδεύει στην χώρα ο ΑριστοFunης, ένα ποτ-πουρί αριστοφανικών κωμωδίων σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή και μετάφραση Κ.Χ. Μύρη (aka Γεωργουσόπουλου). Αντιγράφουμε από την ιστοσελίδα του ΚΘΒΕ:

    «Ένας διάλογος με τον Αριστοφάνη; ένα ταξίδι αναζήτησης της ουτοπίας, της ειρήνης και τελικά της πατρίδας, στον κόσμο της αριστοφανικής κωμωδίας, με κεντρικό ήρωα έναν ευφυή, αφελή, υπερφίαλο αλλά κι ευαίσθητο Δικαιόπολη, που ξεκινά μια περιπλάνηση, σαν άλλος Οδυσσέας, έτοιμος να αναμετρηθεί με ανθρώπους, πουλιά, βατράχια, θεούς και δαίμονες, ακόμη και με τον ίδιο του τον εαυτό. Σαν άλλος Δον Κιχώτης φαντάζεται, ονειροπολεί, παραμυθιάζεται και παραμυθιάζει. Θα φτάσει με το σκαθάρι του στον ουρανό; Θα οργανώσει το κράτος των πουλιών; Θα σκοτωθεί στον Πόλεμο και θα νικήσει τα βατράχια της Αχερουσίας στο διαγωνισμό τραγουδιού; Θα καταφέρει να βρει και να ελευθερώσει την ειρήνη; Και μετά; 2.453 χρόνια μετά τον Αριστοφάνη, πού είναι τάχα η Ειρήνη, πού η πατρίδα και πού η ελευθερία που του ταιριάζει;»

    Η παράσταση μοιάζει να επιχειρεί μια «μελέτη» του αριστοφανικού ήρωα: απαράδεκτοι συμψηφισμοί, καταστροφή του ολοκληρωμένου έργου τέχνης που είναι μια κωμωδία, σπαραγμός, και μάλιστα στο όνομα του αριστοφανικού πνεύματος.
    Λέμε απερίφραστα ότι σιχαινόμαστε τα ποτ-πουρί όσο τίποτα άλλο. Γνωρίζοντας κάπως την αριστοφανική κωμωδία δεν μπορούμε να φανταστούμε τίποτα που να ακυρώνει με πιο (απο)φασιστικό τρόπο κάθε δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό που ήταν η αρχαία κωμωδία. Θα προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε ακριβέστερη γνώση της συγκεκριμένης παράστασης και αν τα καταφέρουμε, ίσως επανέλθουμε.
    υγ. Δεν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζεται το ποτ-πουρί αριστοφανικών κωμωδιών. Στο πλαίσιο της πολιτιστικής ολυμπιάδας είχε ανέβει από το Θέατρο Τέχνης η παράσταση «Μισός αιώνας Αριστοφάνης». Τότε τουλάχιστον, το πλαίσιο της παρουσίασης της ιστορίας του Θεάτρου Τέχνης ίσως έσωζε κάπως την κατάσταση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: