68

Φεύγει, μίσεψε κι αυτός ο Μάης. Η αριθμητική του χρόνου τον προίκισε με τον αριθμό σαράντα από τα χρόνια που τον χωρίζουν από το 68. Που υπήρξε κάτι σαν τον ιδρυτικό μύθο της γενιάς μας.

Το να ζεις στη Γαλλία μπορεί να φαίνεται καλή τύχη από μακριά, από κοντά όμως δεν ήταν πάντα τόσο ευχάριστο: οι εφημερίδες γέμισαν με αφιέρωματα, όλα μαυροκόκκινα κι όλα εγκωμιαστικά, για την «πολιτιστική άνοιξη του 68» και για έναν ακόμα θρίαμβο της νιότης, της πρωτοβουλίας, της επινοητικότητας, της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Παραδίπλα, μπουτίκ εσωρούχων διαφήμιζε τη θερινή της πραμάτεια με το σύνθημα «κάτω από την άσφαλτο υπάρχει αμμουδιά». Κυριλέ πατισερί του Saint Germain-des-Près πουλούσαν σοκολατένια ομοιώματα «παβέ» σε τσουχτερές τιμές για να θυμίσουν, από την ανάποδη ίσως, τις ένδοξες ημέρες. Πέρα από το Ρήνο, ο πάλαι ποτέ «κόκκινος Ντάνι», γκριζαρισμένος επικίνδυνα πια, διακήρυσσε το τέλος του Μάη.

Τω όντι, ο μήνας έχει 31 μέρες και φέτος όπως κάθε χρόνο.

Και τότε, πριν ηττηθεί, το γαλλικό κίνημα είχε δώσει τις πιο αποφασιστικές μάχες του στις 7 και 11 Ιούνη στις εργοστασιακές καταλήψεις της Ρενώ και της Πεζώ. Μάλλον όμως το τελευταίο που χρειαζόμαστε τώρα είναι ένα ακόμη χρονικό των γεγονότων.

Ο Γαλλικός Μάης υπήρξε απλά ένας πυροκροτητής, μιας έκρηξης που ακούστηκε μεμιάς στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη, τόσο δυνατά που η ηχώ της αναγκάζει ακόμα τους χτεσινούς νικητές να θορυβούν ακατάσχετα κάθε φορά που θα φανεί το φάσμα της, απο μακριά ή από κοντά. Αλλού κράτησε για κάποιους μήνες, αλλού για χρόνια ολόκληρα, αλλού επέστρεψε ξανά σα φάντασμα ή σαν αυταπάτη. Κι είναι τόσος ο ντόρος της «επίσημης μνήμης», που είπαμε να αποστρέψουμε το βλέμμα από εκείνη τη «στιγμή» του Μάη που ακόμα κακοχωνεύεται στην κοιλιά του θριαμβεύοντος καπιταλισμού, και να γυρέψουμε τα χνάρια της διαδρομής του.

Ένα από αυτά είναι το απόσπασμα του ακολουθεί, από το «68» του Paco Ignacio Taibo II, γραμμένο στα μισά του δρόμου, το 1988. Μυρίζει νοσταλγία, έστω κι αν κείνο το Μάη κι εκείνη τη χρονιά εμείς δεν τη ζήσαμε. Το παραθέτουμε όμως αντί για αποφώνηση τούτου του μήνα επειδή, διαβάζοντάς το, σκεφτήκαμε πως μπορεί και να το έχουμε κάνει. Κάπου αλλού -μάλλον, κάπως αλλιώς -ίσως, με κάποιους άλλους -σίγουρα. Πάντως εκεί που πίσω από το μύθο, κάτω από την εικόνα, στις όχθες της γραμμικής ροής του χρόνου και της συνεχούς ροής της εικόνας, αντέχουν ακόμα εκείνα τα κύτταρα πραγματικής, μοιρασμένης εμπειρίας που συγκροτούν τον αληθινό μας χρόνο…

«Σήμερα το κίνημα του 68 είναι ένα ακόμα μεξικάνικο φάντασμα, ένα από τα πιο ασυμβίβαστα, το πιο ξάγρυπνο απ’όσα στοιχειωνουν ακόμα τον τόπο μας. Καμιά φορά αυτό το φάντασμα, νέο καθώς είναι, χαιρει ακόμα άκρας υγείας και πετιέται για να βοηθήσει τη γενιά μας κάθε φορά που το επικαλούμαστε. Είναι ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης των αμφιβολιών μας, ο άγιος Τσε Γκεβάρα των συναισθημάτων μας, ο άγιος Φίλιπ Μάρλοου των εξερευνήσεών μας, η αγία Τζέην Φόντα των αγωνιών μας. Το κίνημα του 68 όχι μόνο μοιάζει νά’ναι αγκυροβολημένο στη φάμπρικα της νοσταλγίας που φωλιάζει μέσα στα κεφάλια μας, μοιράζοντας το χώρο και τις αέναες επιστροφές του με το Λέοναρντ Κοέν και τα ποιήματα του Μπλας ντε Οτέρο, αλλά και να παράγει εκείνο το επικό απόθεμα, το υλικό τροφοδοσίας είκοσι χρόνων αντίστασης. Μας έκανε ξεροκέφαλους σ’έναν κόσμο υποταγής, έβαλε στο στόμα μας εκατοντάδες φορές το: «Όχι σημαίνει όχι και χέστηκα για τις συνέπειες». Μας προίκισε με μερικές δεκαετίες ανεργίας, μας επέτρεψε να πουλήσουμε την εργατική μας δύναμη σε τούτον τον κόσμο πουλώντας το μικρότερο δυνατό κομμάτι της ψυχής μας, μας προστάτεψε από τους πειρασμούς της εξουσίας, μας απομάκρυνε από το δηλητηριώδες φιλί του μεξικάνικου κράτους. Το ελάχιστο που μας κληροδότησε ήταν μια αναπόδραστη αναφορά, όσο και χρήσιμη για να κατακτήσουμε τα κλειδιά της περηφάνιας, της ενοχής, για να προετοιμαστούμε για όσα μας περιμέναν.

Αν είμαστε όλοι χαρακτήρες ενός μυθιστορήματος που γράφεται σε μια κωλο-Ολιβέττι χωρίς ταινία, αν ζούμε προσπαθώντας να παραμείνουμε πιστοί στο χαρακτήρα που επινοήσαμε για τον εαυτό μας, τότε σίγουρα τα βασικά γνωρίσματα αυτού του χαρακτήρα διαμορφώθηκαν το 68. Οι καλύτερες στάσεις που υιοθετήσαμε ποτέ (να τεντώνουμε το χέρι μέχρις εκεί που σπάνε οι μυς, να βγαίνουμε στο δρόμο σε πείσμα του παραλυτικού φόβου, να ζούμε τη συλλογικότητα, να ανακαλύπτουμε μια κλίση προς την αϋπνία) φτιάχτηκαν τότε, κι έκτοτε ζήσαμε με το να τις μιμούμαστε λίγο-πολύ ευτυχισμένα.»

Zocalo της Πόλης του Μεξικού, Σεπτέμβρης 1968

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: