σοσιαλισμός του 21ου αιώνα και συνταγματική μεταρρύθμιση στη Βενεζουέλα

Δημοσιεύουμε μια συντομευμένη εκδοχή του κειμένου για το δημοψήφισμα στην Βενεζουέλα, που έγραψε ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής και θα δημοσιεύσει μέσα στον μήνα το περιοδικό «Resistencias». Για την δημοσίευση ήρθαμε σε επαφή με το περιοδικό, που έδωσε την συγκατάθεσή του, και τον συντάκτη, ο οποίος και ετοίμασε την παρούσα εκδοχή του κειμένου.

Το κείμενο παρουσιάζει και αναλύει με τρόπο έντιμο και εμπεριστατωμένο — κατά την γνώμη μας — μια πραγματικότητα καθώς και συγκεκριμένα γεγονότα που κατά κανόνα παρουσιάστηκαν (και στα μπλογκς) εκνευριστικά αποσπασματικά, ρηχά και με προφανείς προκαταλήψεις να θολώνουν την ματιά. (Στα σχόλια στο άρθρο θα απαντά (και) ο Αλέξανδρος.)

Το περιοδικό Resistencias είναι μια από τις ελάχιστες προσπάθειες (αν όχι η μόνη) στην Ελλάδα να παρουσιάζεται και να συζητιέται η εμπειρία του διεθνούς αντικαπιταλιστικού κινήματος. Μετά το άρθρο, ακολουθεί μια σύντομη αυτοπαρουσίαση που μας έστειλε το περιοδικό.

Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα και συνταγματική μεταρρύθμιση στη Βενεζουέλα: το μπολιβαριανό σχέδιο σε επαναστατική τροχιά;

Όταν ο Ούγκο Τσάβεζ επανεξελέγη πρόεδρος της Βενεζουέλας το Δεκέμβριο του 2006 με το σαρωτικό ποσοστό του 62.9%, το ποιοτικά κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η εκστρατεία του για πρώτη φορά έκανε εμφατικά λόγο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα στη Βενεζουέλα.

Η πολιτική της κυβέρνησης από το 1998 ως το 2006 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σοσιαλδημοκρατική με την ιστορική έννοια. Έδωσε βάρος στην αναδιανομή του εισοδήματος και την κρατικοποίηση νευραλγικών τομέων της παραγωγής (κυρίως τα πετρέλαια), ενώ γενικότερα επεδίωξε την ενίσχυση της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας. Στο πεδίο αυτό σημειώθηκαν αποτυχίες (όπως στο θέμα της στέγασης των κατοίκων των παραγκουπόλεων), αλλά και πολύ αξιόλογα επιτεύγματα μέσω των διάφορων στοχευμένων εκστρατειών (missiones): εξάλειψη του αναλφαβητισμού, εκπαιδευτικά προγράμματα δεύτερης ευκαιρίας, προώθηση του αναδασμού, δωρεάν ιατρική βοήθεια στις φτωχογειτονιές και πολλά άλλα. Με τη ροή ρευστού που εξασφάλισε η έκρηξη των τιμών του πετρελαίου, οι κοινωνικές δαπάνες, από 8% του ΑΕΠ το 1998, ξεπέρασαν το 12% το 2004 και η φτώχεια έπεσε από 44% το 1998 σε 30.4% το 2006. Η ρεφορμιστική συνδήλωση του όρου «σοσιαλδημοκρατικός» τίθεται υπό αίρεση εν προκειμένω. Σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου δεσπόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές, η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία μπορεί να εκφράζει μία έντονη ρήξη.

Παραμένει, όμως, γεγονός ότι η άνωθεν καθοδηγούμενη μπολιβαριανή πολιτική δεν είχε αναπτύξει μέχρι και το 2006 ριζικές τομές που να οδηγούν πέρα από το γνωστό πλαίσιο της καπιταλιστικής δημοκρατίας. Με σημαίνουσα εξαίρεση δύο δυναμικές. Η πρώτη ήταν οικονομική και εκδηλώθηκε με την ευρεία προώθηση των συνεταιρισμών, την πειραματική θέσπιση της συνδιαχείρισης σε ορισμένες κρατικές επιχειρήσεις, και, τέλος, τους «πυρήνες ενδογενούς ανάπτυξης» και τις «επιχειρήσεις κοινωνικής παραγωγής» που αξιοποιούν τοπικούς πόρους προάγοντας αρχές αλληλεγγύης και οικολογικής ευαισθησίας. Η δεύτερη δυναμική αφορά τις απόπειρες εμβάθυνσης της πολιτικής συμμετοχής. Πρώτα δημιουργήθηκαν οι «Μπολιβαριανοί Κύκλοι», τοπικές, μαχητικές οργανώσεις πολιτών που στηρίχθηκαν από την κυβέρνηση. Εν συνεχεία, συστήθηκαν ποικίλες τοπικές και θεματικές επιτροπές για την εφαρμογή της κοινωνικής πολιτικής, εμπλέκοντας τις τοπικές κοινότητες στην υλοποίηση των missiones: τα Τοπικά Συμβούλια Δημόσιου Σχεδιασμού, οι ισχυρές και συγκροτημένες Επιτροπές Αστικής Γης και, τέλος, τα Κοινοτικά Συμβούλια, που άρχισαν να πολλαπλασιάζονται από το 2006.

Τα Κοινοτικά Συμβούλια είναι αμεσοδημοκρατικές δομές των τοπικών κοινοτήτων που αποτελούνται από 200-400 οικογένειες (λιγότερες σε αγροτικές περιοχές). Αναλαμβάνουν το έργο της τοπικής αυτοδιοίκησης και της εκπόνησης προγραμμάτων αναβάθμισης με κρατική χρηματοδότηση. Το πείραμα δρομολογήθηκε το 2006 με την ίδρυση ειδικού υπουργείου και την ψήφιση νόμου. Η εν λόγω πρωτοβουλία απέβλεπε στην επέκταση της άμεσης συμμετοχής, το συντονισμό των ποικίλων κατά τόπους επιτροπών και την αντιμετώπιση των δυσχερειών που ανέκυψαν με τα προηγούμενα συμμετοχικά σχήματα, κυρίως λόγω της υπονόμευσής τους από τον κομματισμό, τη διαφθορά και τα γραφειοκρατικά προσκόμματα. Μέχρι τον Οκτώβριο του 2007, είχαν αναγνωριστεί 18320 Κοινοτικά Συμβούλια, που πιθανολογείται ότι θα φθάσουν τα 35000 ως το τέλος του έτους. Αυτή είναι η «έκρηξη της κοινοτικής εξουσίας» που βρίσκεται εν εξελίξει.

Όταν ο Τσάβεζ πρωτοέκανε λόγο για τον «σοσιαλισμό του 21ου» τον Ιανουάριο του 2005 άρθρωνε ακόμη ένα νεφελώδες όραμα. Ο μπολιβαριανός σοσιαλισμός θα ήταν αντικαπιταλιστικός και θεμελιωμένος στη συλλογική ιδιοκτησία και το κοινωνικό συμφέρον, αλλά θα ήταν πιο πλουραλιστικός και επικεντρωμένος στη «πρωταγωνιστική συμμετοχή του λαού». Σήμερα πλέον, με την εκτύλιξη των δύο παραπάνω δυναμικών, ο όρος δεν παραπέμπει μόνο σε ωραία λόγια. Η διαδικασία της συνταγματικής μεταρρύθμισης το 2007 απέβλεπε εμφανώς στη θεσμική οχύρωση της νέας, ρηξικέλευθης φάσης της μπολιβαριανής «διαδικασίας».

Τα μέσα μαζικής προπαγάνδας συγκάλυψαν αυτή την καθοριστική διάσταση υπερτονίζοντας μονότονα τον έναν από τους τρεις κομβικούς άξονες των προτεινόμενων αλλαγών: την ενδυνάμωση της προεδρίας. Κύρια επιδίωξη των μεταρρυθμίσεων δεν ήταν η ισόβια ενθρόνιση του Τσάβεζ γιατί η προεδρική θητεία θα παρατεινόταν κατά ένα έτος, ενώ ο Τσάβεζ θα έπρεπε πάντα να διασφαλίζει την επανεκλογή του και να αποφεύγει πιθανή ανάκλησή του με δημοψήφισμα. Κυρίως, όμως, γιατί η αναθεώρηση περιελάμβανε δύο ακόμη βασικούς άξονες: 1) την ενίσχυση της άμεσης λαϊκής εξουσίας με την ανάδειξη των κοινοτικών συμβουλίων σε «βασικό πυρήνα…του Σοσιαλιστικού Κράτους της Βενεζουέλας» (αρ. 16 του σχεδίου), 2) την ανάπτυξη του κοινωνικού ελέγχου της παραγωγής και της διανομής «για τη συλλογική και συνεργατική οικοδόμηση μίας σοσιαλιστικής οικονομίας» (αρ.112).

Όσον αφορά τη λαϊκή δημοκρατία, οι προτάσεις εστίαζαν στο νέο φορέα, τα ποικίλα Συμβούλια της Λαϊκής Εξουσίας που θα δημιουργούνταν: κοινοτικά και εργατικά συμβούλια, συμβούλια φοιτητών, νέων, αγροτών κ.α. Η νέα διάρθρωση της πολιτείας θα προσέγγιζε την ιστορική πυραμίδα της δημοκρατίας των συμβουλίων. Θεμελιώδες κύτταρο θα ήταν η κοινότητα (comunidad). Ενώσεις κοινοτήτων θα απάρτιζαν μία μεγαλύτερη περιφερειακή ενότητα (comuna), και ομάδες κοινοτήτων θα συγκροτούσαν την πόλη. Η συνέλευση των πολιτών θα ήταν η ανώτατη αρχή των κοινοτήτων. Προβλεπόταν η μεταφορά στις κοινότητες της διαχείρισης των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών, η πραγματοποίηση έργων με κρατική χρηματοδότηση, η ανάπτυξη νέων μονάδων παραγωγής και διανομής του πλούτου υπό κοινοτικό έλεγχο.

Οι πόλεις θα ενοποιούνταν σε ομοσπονδιακές οντότητες ανώτερης βαθμίδας που θα υπάγονταν άμεσα στην κρατική εξουσία. Ο πρόεδρος με την έγκριση της πλειοψηφίας των βουλευτών θα είχε το δικαίωμα να ιδρύει και να καταργεί αυτές τις ανώτερες οντότητες και θα διόριζε τις αντίστοιχες αρχές με την έγκριση πάλι της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας (αυτές δε θα υποκαθιστούσαν τους αιρετούς άρχοντες των υπόλοιπων βαθμίδων). Οι προαναφερθείσες αρμοδιότητες θα αποτελούσαν τις κύριες νέες προεδρικές εξουσίες. Σε αυτές θα πρέπει να προσθέσουμε το δικαίωμα απεριόριστων επανεκλογών, τον καθορισμό των αντιπροέδρων της προεδρίας, τις προαγωγές όλων των στρατιωτικών και τη συνδιαχείριση των αποθεμάτων της κεντρικής τράπεζας. Ειδικά για τη χάραξη των ομοσπονδιακών δομών, η κυβέρνηση είχε υποστηρίξει ότι προσέβλεπε σε έναν ανασχεδιασμό που θα διασφαλίζει την ισομερή ανάπτυξη των περιφερειών. Η σημερινή μορφή του πολιτειακού χάρτη ανάγεται στην αποικιοκρατία. Επίσης, η άμεση σύνδεση των συμβουλίων με το κεντρικό κράτος ερμηνεύεται ως μία προσπάθεια υπέρβασης των φραγμών που θέτει στην πρόοδο του εγχειρήματος η σημερινή τοπική αυτοδιοίκηση, όπου ακόμη και οι κομματάρχες του ίδιου του Τσάβεζ κατηγορούνται για συστηματική διαφθορά και για πολύμορφη ναρκοθέτηση της μπολιβαριανής διαδικασίας.

Ο τρίτος άξονας, η ανάπτυξη μίας σοσιαλιστικής οικονομίας, εκφραζόταν με τη συνταγματική επιταγή της ίδρυσης μονάδων κοινωνικής παραγωγής και διανομής με συνιδιοκτήτες το κράτος, την κοινοτική εξουσία και προαιρετικά τον ιδιωτικό τομέα. Το κράτος θα στόχευε στη δίκαιη κατανομή του πλούτου μέσω του δημοκρατικού συμμετοχικού σχεδιασμού. Η κεντρική κυβέρνηση θα διηύθυνε τους τομείς της εθνικής οικονομίας επιζητώντας την τελική τους μετάβαση σε κοινωνικές, συλλογικές ή μεικτές μορφές ιδιοκτησίας. Οι πρόνοιες αυτές και το πλαίσιο για την κοινοτική εξουσία διαμόρφωναν τους θεσμικούς όρους για την υλοποίηση ενός ιδιαίτερα φιλόδοξου προγράμματος εκβιομηχάνισης που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση Τσάβεζ, με στόχο αφενός την απεξάρτηση από την οικονομία του πετρελαίου και αφετέρου τη συμμετοχική διαχείριση των «σοσιαλιστικών» εργοστασίων που προγραμματίζονται.

Η συνταγματική μεταρρύθμιση εισηγούνταν, τέλος, μία σειρά ειδικότερων μέτρων, αρκετά από τα οποία είχαν έντονα προοδευτικό χαρακτήρα, ενώ άλλα ελέγχονται: μείωση της εβδομάδας εργασίας σε 36 ώρες· ταμείο κοινωνικής ασφάλισης για τους αυτοαπασχολούμενους (που περιλαμβάνουν μεγάλο όγκο φτωχών)· κατοχύρωση της ελεύθερης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης· δικαίωμα ψήφου από τα 16· κοινωνική ενσωμάτωση και αναγνώριση των Βενεζολάνων αφρικανικής καταγωγής· απαγόρευση των διακρίσεων για λόγους υγείας και σεξουαλικού προσανατολισμού· προστασία της πρώτης κατοικίας από δήμευση για χρέη· αύξηση του ορίου των υπογραφών για την πρόταση δημοψηφισμάτων από τους πολίτες· μη κατοχύρωση του δικαιώματος της ελεύθερης πληροφόρησης σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης κ.α.

Η αναθεώρηση δε στόχευε στη θεσμοθέτηση του «ιδεώδους συντάγματος της χειραφετημένης κοινωνίας» αλλά στη θεσμική θωράκιση ενός επαναστατικού πειράματος εν τη γενέσει, ισχυροποιώντας σημαντικά τόσο τη λαϊκή εξουσία από τα κάτω όσο και την κεντρική εκτελεστική εξουσία υπό τον Τσάβεζ. Η στρατηγική αυτή είναι εύλογη. Μέχρι σήμερα και για το άμεσο μέλλον, τα κατώτερα λαϊκά στρώματα και η κυβέρνηση Τσάβεζ είναι οι στυλοβάτες της πολιτικής αλλαγής που εγκαινιάστηκε το 1998. Τα ενδιάμεσα επίπεδα καταλαμβάνονται από την αντιπολιτευόμενη μεσαία τάξη, τη γραφειοκρατία του κεντρικού κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και τον πελατειακό, κομματικό μηχανισμό του κυβερνητικού συνασπισμού, που έχουν αποτελέσει τροχοπέδη για τις μεταρρυθμίσεις. Η στερεότερη εμπέδωση της μπολιβαριανής ηγεμονίας είναι απαραίτητη γιατί όσο θα βαθαίνει το αντικαπιταλιστικό και αντιολιγαρχικό ρήγμα τόσο θα οξύνεται και η κοινωνική σύγκρουση. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ο πρόεδρος του συνδέσμου βιομηχάνων της Βενεζουέλας ζήτησε ανοικτά τη χρήση «κάθε μέσου» για την παρεμπόδιση της συνταγματικής μεταρρύθμισης, ενώ η αμερικανική χρηματοδότηση του «όχι» έφθασε τα 8 εκ. δολάρια τον Οκτώβριο. Όλα αυτά φωτίζουν και την παγκόσμια εμβέλεια του αγώνα στη Βενεζουέλα. Διακυβεύεται η εξάπλωση ενός άκρως επικίνδυνου παραδείγματος αντίστασης και χειραφέτησης.

Τι σημαίνει, λοιπόν, για το επαναστατικό εγχείρημα η οριακή απόρριψη της αναθεώρησης στις 2 Δεκεμβρίου 2007 με 50, 7% κατά και 49, 3% υπέρ; Η έρευνα θα πρέπει να επικεντρώσει στην κρίσιμη μάζα των 3 εκατομμυρίων πολιτών που υπερψήφισαν τον Τσάβεζ και το πρόγραμμά του ένα μόλις χρόνο πριν, αλλά επέλεξαν τώρα να απόσχουν. Το «όχι» δεν απηχεί μία ουσιαστική διεύρυνση της αντιπολίτευσης, η οποία αύξησε τις ψήφους της κατά 200 000 από πέρυσι. Πρόκειται κυρίως για μία αλλαγή στάσης μέσα στη λαϊκή βάση του τσαβισμού. Οι απέχοντες/ουσες αντιτίθενται στη σοσιαλιστική οικοδόμηση γενικά ή στο συγκεκριμένο δρόμο; Ή εξέφρασαν κυρίως τη δυσαρέσκειά τους για τη σημερινή κατάσταση της μπολιβαριανής διακυβέρνησης, με τη σοβούσα διαφθορά, τη γραφειοκρατία, την τελμάτωση της κοινωνικής πολιτικής, την άνοδο της εγκληματικότητας, και τέλος τις μεγάλες ελλείψεις σε βασικά είδη τους τελευταίους μήνες (λόγω της καπιταλιστικής υπονόμευσης και της κυβερνητικής ανεπάρκειας);

Ο Τσάβεζ απεφάνθη εκ των υστέρων ότι οι πολίτες της Βενεζουέλας δεν είναι ακόμη έτοιμοι για το σοσιαλισμό. Είναι λογικό να υπάρχει μία διάχυτη φοβία στο συλλογικό φαντασιακό. Ο «σοσιαλισμός» παραπέμπει, μεταξύ άλλων, σε άδεια καταστήματα τροφίμων, την αντιδημοκρατική συγκέντρωση των εξουσιών και την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η αντιπολίτευση έπαιξε κι εδώ ένα γκαιμπελικό παιχνίδι τρομοκράτησης. Προέβαλε τις τεχνητές ελλείψεις αγαθών και διέδωσε συστηματικά και ασύστολα ψεύδη μέσα από τα μεγαλύτερα ΜΜΕ: με τη μεταρρύθμιση οι μητέρες θα χάσουν τα παιδιά τους και τα σπίτια τους που θα ανήκουν πλέον στο κράτος, και άλλα παρόμοια. Αν σε αυτά προσθέσουμε την πολυπλοκότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων, τη βραχύτητα της σχετικής συζήτησης, και μία καμπάνια της συμπολίτευσης που δεν αρκούσε για να αντιπαλέψει τους προϋπάρχοντες φόβους και το λυσσαλέο πόλεμο λάσπης, δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί γιατί μεγάλο πλήθος των chavistas δίστασαν να πουν το ναι.

Θα πρέπει να συνυπολογιστεί και ο ρόλος της «εσωτερικής» αντιπολίτευσης. Σημαντική μερίδα της κρατικής γραφειοκρατίας, του πελατειακού συστήματος και των τοπικών κομματαρχών του τσαβισμού αντιτάσσονταν στην αναθεώρηση, διαβλέποντας τους κινδύνους που ενείχε για τη δική τους θέση. Αν δεν υπέσκαψαν ενεργώς την εκστρατεία, δεν την οργάνωσαν αποτελεσματικά. Κεντρώες πτέρυγες της συμπολίτευσης διαφωνούν με τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και στοιχεία αυτών προσχώρησαν στην αντιπολίτευση. Από τα αριστερά, ριζοσπαστικότερα κομμάτια του τσαβισμού επέκριναν με δριμύτητα τόσο τη διαδικασία που επιλέχθηκε (τα περιεχόμενα του σοσιαλισμού θα έπρεπε να καθοριστούν από τη βάση) όσο και τις συγκεντρωτικές τάσεις.

Η Βενεζουέλα δημιουργεί σήμερα μία επαναστατική παρακαταθήκη με την περιφερειακή δυναμική που έχει τροφοδοτήσει αλλά και με την ελπίδα που αναζωογονεί σε όλο τον πλανήτη: η γενική κοινωνική αλλαγή είναι εφικτή εδώ και τώρα. Και ο δρόμος δεν είναι μονόδρομος. Προσπερνά παλιούς και νέους δογματισμούς. Δεν προϋποθέτει κατ’ανάγκην τις κάθετες δομές της νεωτερικής κυριαρχίας, αλλά ούτε και οφείλει a priori να αυτοπεριορίζεται σε καθημερινές αλλαγές από τα κάτω, αποκηρύσσοντας την κατάληψη του κράτους. Πέρα από τις κοινωνικές της πολιτικές, η ηγεσία του Τσάβεζ λειτούργησε ως καταλύτης για τη συγκρότηση ενός μαζικού πολιτικού κινήματος και πυροδότησε διεργασίες ανατροπής με την προαγωγή της αμεσοδημοκρατικής διαχείρισης. Οι προϋπάρχουσες αυτές εξελίξεις δεν ακυρώνονται από το δημοψήφισμα. Η εξάπλωση τους με την ενεργοποίηση των ίδιων των πολιτών θα μπορούσε να επιφέρει τελικώς το επιδιωκόμενο «άλμα στο σοσιαλισμό».

Αν το «όχι» αξιοποιηθεί για μία αναστοχαστική στροφή του τσαβισμού προς τα μέσα, ώστε να ελεγχθούν εσωτερικές αδυναμίες, και για μία εντατικότερη στροφή προς τα κάτω, με στόχο την κοινωνική αυτοδιεύθυνση, η πρώτη μάχη που χάθηκε θα μεταφραστεί ίσως σε μακροπρόθεσμη νίκη. Η «επανάσταση μέσα στην επανάσταση» μπορεί έτσι να εμβαθύνει το σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου, με τον Τσάβεζ να παίζει συνειδητότερα το ρόλο του φορέα που διευκολύνει μία ιστορική μετάβαση αλλά καθιστά σταδιακά μη αναγκαία την παρουσία του. Το υπό ίδρυση μαζικό κόμμα της αριστεράς θα μπορούσε να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά ο θεμελιώδης πυλώνας είναι τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, τα οποία επιτάσσεται άμεσα πλέον να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους αν θέλουν να δώσουν συνέχεια στην κοινωνική αλλαγή. «Θα πρέπει εμείς να απελευθερώσουμε από τα κάτω την πραγματική συντακτική εξουσία, τη μετασχηματιστική πράξη του λαού, για να οικοδομήσουμε μία νέα, επαναστατική θεσμικότητα…Τώρα μόλις άρχισε η μάχη… Τώρα θα πρέπει, σαν μία δυνατή γροθιά και με σταθερό βλέμμα, να κτυπήσουμε τους εχθρούς της Επανάστασης διπλασιάζοντας τις προσπάθειές μας, το θάρρος και την ορμή μας, για να βελτιώσουμε τα επίπεδα της οργάνωσης και της συνείδησής μας….» (Εθνικό Αγροτικό Μέτωπο Ezequiel Zamora, Δεκέμβριος 2007).

Πηγές:

www.venezuelanalysis.com

www.zmag.org

www.aporrea.org

«Reforma de la constituciόn de la Republica Bolivariana de Venezuela», Eθνοσυνέλευση της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, 2/11/2007

Gregory Wilpert (2007) Changing Venezuela by taking power, Λονδίνο, Νέα Υόρκη: Verso

Αλέξανδρος Κιουπκιολής
Το Resistencias είναι ένα περιοδικό με ειδήσεις και αναλύσεις για τις κοινωνικές αντιστάσεις σε όλο τον κόσμο. Είναι ένα περιοδικό αντι-πληροφόρησης, αφού η ‘κοινωνία της πληροφορίας’ έχει κατορθώσει να συνδυάσει την απόκρυψη με τη διαστρέβλωση. Ένα περιοδικό διεθνιστικό, αφού συχνά χρειάζεται να κοιτάξουμε ‘μακριά’, ανακαλύπτοντας αγώνες που είναι και δικοί μας, ώστε να μπορέσουμε να δούμε καθαρότερα ‘κοντά.’ Δηλαδή, ένα περιοδικό που θέλει να ανήκει στα κινήματα ανατροπής και αναζητεί την κίνηση της ιστορίας μέσα από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της.
Advertisements

9 Σχόλια to “σοσιαλισμός του 21ου αιώνα και συνταγματική μεταρρύθμιση στη Βενεζουέλα”

  1. Τσάβεζ, ο βοναπαρτισμός και οι λαϊκές τάξεις

    Η ήττα του Τσάβες στο δημοψήφισμα της 2 Δεκεμβρίου είναι πολύ σημαντικό γεγονός για την πάλη των τάξεων. Μια αναλυτική συζήτηση γι αυτό είναι απαραίτητη: Ο ιμπεριαλισμός και η μπουρζουαζία γιορτάζουν μια νίκη, εμείς πρέπει να απαντήσουμε παίρνοντας θέση στη βάση μιας ανάλυσης των γεγονότων και της υπεράσπισης των επαναστατικών προοπτικών. Αυτό πρέπει να γίνει επιπλέον γιατί το δημοψήφισμα έγινε με πρωτοβουλία του Τσάβες, ο οποίος και έλεγχε όλες τις εξελίξεις. Το σχέδιο της συνταγματικής αναθεώρησης προετοιμάστηκε από τον Πρόεδρο και διορθώθηκε ακροθιγώς από το Κοινοβούλιο. Πρόκειται για την πρώτη εκλογική ήττα του Chavez σε ένα εγχείρημα που σκηνοθετήθηκε από τον ίδιο.

    Η Ανάλυση των αποτελεσμάτων

    Ένα δημοψήφισμα είναι μηχανισμός βαθιά αντιδημοκρατικός, αυταρχικού και βοναπαρτιστικού χαρακτήρα. Εξ ορισμού, αποσκοπεί στο να εμποδίσει τις πρωτοβουλίες και την ανάμειξη του πληθυσμού. Το δημοψήφισμα στη Βενεζουέλα επιβεβαιώνει αυτόν τον κανόνα και κάθε συζήτηση σχετικά με την πολιτική σημασία της ήττας θα έπρεπε να ξεκινήσει τονίζοντας ότι προσπαθούμε πάντα να προάγουμε τη δημοκρατική και πολιτική κινητοποίηση, και όχι να χρησιμοποιούμε τους μηχανισμούς του αστικού κράτους ακόμη κι αν αυτό διεκδικεί την πάλη για τον σοσιαλισμό του 21ου αι.
    Τα αποτελέσματα υπήρξαν καθαρά: Το «όχι» κατέκτησε 50,7% ενάντια στο 49,3% του «να黆 4,5 εκατομμύρια ψήφων ενάντια σε 4.380 εκατομμύρια. Η αποχή άγγιξε το 45%. Η σύγκριση με τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών του Δεκέμβρη του 2006 είναι πολύ εκφραστική. Η αποχή ανέβηκε κατά 20 μονάδες, ο τσαβισμός έχασε 3 εκατομμύρια ψήφων –το 40% των ψηφοφόρων του κατά τις προεδρικές εκλογές του 2006- ενώ η αντιπολίτευση κέρδισε περίπου 250.000 ψήφους. Με λίγα λόγια: η νίκη του «όχι» ήταν το πρακτικό και πολιτικό αποτέλεσμα της αποχής περίπου των μισών από τους ψηφοφόρους του Τσάβες το 2006. 3 εκατομμύρια ψήφοι απουσίασαν από το προσκλητήριο, οι ψήφοι των φτωχών συνοικιών του Καράκας και των εργατών. Το PSUV, το κόμμα που ενοποιήθηκε από τον Τσάβες, διαθέτει 5 εκατομμύρια εγγεγραμμένα μέλη από τα οποία «ναι» άμεσα πρέπει να ψήφισαν περίπου 1,6 εκατομμύρια. Αυτό αποτελεί σαφέστατη απόδειξη της φύσης του PSUV, και, σωστά, τα σχόλια των αποτελεσμάτων –τσαβιστών και μη – υπογραμμίζουν ότι ένα από τα στοιχεία της ήττας υπήρξε ο απολύτως γραφειοκρατικός χαρακτήρας της εκστρατείας.
    Μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη των αριθμών κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Ο Τσάβες υποχώρησε κυρίως στις πετρελαιοφόρες περιοχές, αστικές και τοπικές: «στις βιομηχανικές περιοχές με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση βιομηχανικών εργατών… παρουσίασε τη μεγαλύτερη μείωση η ψήφος για τον Τσάβες» (Μπορούμε να διαβάσουμε μια εκτεταμένη ανάλυση στο E.A. Hernandez, Sectores: laboral, petrolero, urban e indigena, los grandes ausentes en las urnas para el Referendo, Aporrea, 8/12/2007). Αντίθετα, δεν πρέπει να υπερβάλλουμε τη σημασία του Podemos και του πρώην Υπουργού Άμυνας Baduel που πέρασαν από τον τσαβισμό στο «όχι». Ο Τσάβες έχασε, αλλά η αντιπολίτευση δεν διευρύνθηκε.
    Ο Τσάβες ωστόσο έβγαλε άλλο συμπέρασμα από τα αποτελέσματα. Γι αυτόν, ο ένοχος είναι ο λαός. Σε μια πύρινη ομιλία, στις 6 Δεκέμβρη, παρέδωσε μαθήματα: «Το ναι έχασε στις συνοικίες, εσείς δεν πήγατε να ψηφίσετε. Μπορείτε να πείτε ό,τι θέλετε, αλλά δεν υπάρχει δικαιολογία, υπήρξε έλλειψη συνείδησης και δέσμευσης στο κόμμα. Δεν έχετε δικαιολογία».

    Η φύση της ήττας

    Μπορούμε να παρακολουθήσουμε ένα τμήμα της παθιασμένης αντιπαράθεσης σχετικά με την ήττα του Τσάβες ανάμεσα στους αγωνιστές και τις οργανώσεις της Βενεζουέλας στο ιστολόγιο Aporrea (www.aporrea.org). Η πολεμική είναι πολύ έντονη σε όλη τη Λατινική Αμερική. Αλλά υπάρχουν κείμενα και προσεγγίσεις που είναι απαράδεκτα. Ο Alan Woods, ηγέτης της διεθνούς μαρξιστικής τάσης (που ιδρυτής της ήταν ο μακαρίτης Τεντ Γκραντ) και σε ένα άλλο έντυπο ο James Petras, τολμούν να χαρακτηρίζουν αγωνιστές σαν τον Orlando Chirino και άλλες οργανώσεις στη Λατινική Αμερική που καλούσαν τον κόσμο να μη στηρίξει το «ναι» σαν συνεργάτες και συνεργούς της «αντεπανάστασης». Πρόκειται για συκοφαντίες, που τις γνωρίζουμε πολύ καλά, που τις χρησιμοποιούσαν οι σταλινικοί και άλλοι εχθροί του εργατικού κινήματος, συκοφαντίες που δεν έχουν θέση σε μια αντιπαράθεση μεταξύ οργανώσεων και αγωνιστών. Ο Orlando Chirino κάλεσε τον κόσμο να μην ψηφίσει κανέναν (Venezuela: El 2 de diciembre rechacemos la Reforma Constitucional. Vota Nulo. Aporrea, 30/11/2007). Μια μικρή μειοψηφία αγωνιστών υποστήριξε αυτή τη στάση, που είχε μεταξύ άλλων το προσόν του να τοποθετεί επακριβώς τους στόχους και το περιεχόμενο του σχεδίου της συνταγματικής αναθεώρησης. Τόσο στη μορφή όσο και στην ουσία αυτή η μεταρρύθμιση προσπαθούσε να ενδυναμώσει την προσωπική εξουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Όλο το πολιτικό καθεστώς έχει οργανωθεί γύρω από αυτήν την εξουσία. Αυτός ο ορισμός δεν είναι ανώδυνος για να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη διαδικασία που εξελίσσεται τώρα στη Βενεζουέλα. Η συνταγματική αναθεώρηση θα είχε σαν αποτέλεσμα μια ενδυνάμωση του κρατικού μηχανισμού† τα «κοινοτικά συμβούλια» και οι άλλες μορφές της «λαϊκής εξουσίας» εμφανίζονταν συνοδευτικά για να απορροφήσουν τα ενεργά στρώματα του πληθυσμού στον αστικό μηχανισμό του Κράτους. Ο σοσιαλισμός του 21ου αι., όπως ακριβώς και αυτός του 20ου αι., δεν μπορεί να προκύψει από ένα διάταγμα, ούτε από ένα δημοψήφισμα. Η δύναμη του ενός δεν μπορεί να έχει τα ίδια συμφέροντα με την πολιτική δραστηριοποίηση των καταπιεσμένων. Ο Τσάβες ισχυρίζεται τώρα ότι τα αποτελέσματα της 2ας Δεκεμβρίου δείχνουν ότι ο λαός δεν ήταν έτοιμος να υπερασπίσει τον σοσιαλισμό. Αυτός είναι ένας περίεργος συλλογισμός. Η λαϊκή πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση και για τον σοσιαλισμό προχωρά αντίστροφα, από τις ενέργειες, τα ενδιαφέροντα, τη συνείδηση των καταπιεσμένων και από την ικανότητα των «καθοδηγητών» να εκφραστούν και να οργανώσουν.
    Το εγχείρημα της 2ας Δεκεμβρίου τοποθετείται σε άλλο έδαφος. Στη Βενεζουέλα μπορούμε να επαληθεύσουμε μια αντιφατική πραγματικότητα. Από τη μια πλευρά το Κράτος έχει αλλάξει εκ βαθέων, και η σύγκρουση με τις ΗΠΑ, ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τη ηγεμονευόμενη χώρα είναι οξεία και καθορίζει επίσης τη φύση του νέου πολιτικού καθεστώτος. Από την άλλη, η κοινωνία, η οικονομία και η δομή του Κράτους, έχουν αλλάξει ελάχιστα από το 1989 μέχρι σήμερα. Όπως εξηγεί και μια έρευνα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μάλλον τσαβική «Η οικονομία της Βενεζουέλας εξακολουθεί να είναι μια οικονομία καπιταλιστικής πορείας, με ένα εποικοδόμημα αστικής δημοκρατίας, ενσωματωμένο στον παραγωγικό μεταβολισμό των αναπτυσσόμενων κρατών» (Faisal M. Zeidan, La economia venezolana: elementos para una discussion que se avecina. Rebelion, 10/12/2007). Ο Τσάβες ενίσχυσε την κρατική παρεμβατικότητα και την οικειοποίηση των εισοδημάτων από τα πετρέλαια, σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό και προς όφελος της εθνικής ανεξαρτησίας. Αύξησε δραστικά τις κοινωνικές δαπάνες (τις «misiones» στις λαϊκές συνοικίες). Απαλλοτρίωσε κάποιες μεγάλες περιουσίες και εθνικοποίησε κάποιες επιχειρήσεις, μέσω συναλλαγών στα πλαίσια της καπιταλιστικής πορείας. Αλλά δεν ξεκίνησε μια πορεία απαλλοτριώσεων ιδιοκτησιών και μέσων παραγωγής και δεν οργάνωσε οικονομικούς μηχανισμούς σε συνάρτηση με τις λαϊκές ανάγκες και ενάντια στους νόμους της αγοράς.
    Ο συνδυασμός αυτών των δύο διαδικασιών έχει ξεκινήσει να παράγει αποτελέσματα κρίσης, ακόμη και με τα δισεκατομμύρια δολάρια που αποφέρει το πετρέλαιο, ή, ακριβέστερα, τα δισεκατομμύρια δολάρια από το πετρέλαιο προκαλούν επίσης οικονομική κρίση. Ο πληθωρισμός είναι τεράστιος, παρατηρούνται φαινόμενα έλλειψης αγαθών στην αγορά (π.χ. οι οικογένειες δεν βρίσκουν γάλα), και μαύρης αγοράς χαρτονομισμάτων. Η ανισότητα των εισοδημάτων αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία 5 χρόνια, ο πραγματικός μισθός βρίσκεται σε πτωτική πορεία εξαιτίας του πληθωρισμού, η έλλειψη αγαθών αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο. Η συνταγματική αναθεώρηση συμπεριλάμβανε δύο σημαντικές προτάσεις: την καθιέρωση 6ωρου εργασίας και την καθολική επέκταση του συστήματος της Κοινωνικής Ασφάλισης. Αλλά ακόμη και αυτά τα πλεονεκτήματα, που θα μπορούσαν να καθιερωθούν και με ένα νόμο, έχουν περιορισμένο αντίκτυπο στον πληθυσμό, καθώς το 40% της εργασίας είναι μαύρη και η ανεργία είναι πολύ μεγάλη. Η μπολιβαριανή επανάσταση δεν μείωσε αυτούς τους αριθμούς. Παραπέμπουμε έτσι στον Λένιν: «Ο σοσιαλισμός, είναι σοβιέτ συν εξηλεκτρισμός». Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε ως την ανάγκη να συνδέσουμε τα κοινωνικά κινήματα και τις μορφές οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας των καταπιεσμένων με την παραγωγική ανάπτυξη και την εξαρτημένη εργασία.
    Ο Τσάβες θα έπρεπε να πει: ο σοσιαλισμός του 21ου αι. είναι η δύναμη του Προέδρου, του ηγέτη και των κοινωνικών δαπανών. Με αυτές τις αντιφάσεις, η ενίσχυση της προσωπικής εξουσίας, του βοναπαρτισμού, πήρε την πολιτική απάντηση για να αποφευχθεί η κρίση. Αυτή η ενίσχυση δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί και εγκαινιάστηκε έτσι μια περίοδος αβεβαιότητας.

    Ο Τσάβες και η Λατινική Αμερική

    Με σχετική ευκολία λέμε ότι ο Τσάβες και η Βενεζουέλα αποτελούν στήριγμα για τους αγώνες στη Λατινική Αμερική και ότι η ήττα της 2ας Δεκεμβρίου θα μειώσει τις δυνάμεις της «πάλης των τάξεων». Για να μη μιλήσουμε για όλη τη Λατινική Αμερική, ας κοιτάξουμε για μια στιγμή την Αργεντινή, την οποία ο Τσάβες μόλις επισκέφτηκε. Βοήθησε στην κατάκτηση της εξουσίας από την Κριστίνα Κίρχνερ, καθώς επωφελήθηκαν της περίστασης για να υπογράψουν το ιδρυτικό κείμενο της Τράπεζας του Νότου, που αποτελεί τον στρατηγικό ορίζοντα του τσαβισμού στη Λατινική Αμερική. Η πρόσφατη εκλογή της Κριστίνας Κίρχνερ στηρίχθηκε επίσης στον Τσάβες, την ίδια ώρα που λάμβανε την υποστήριξη και της Γουώλ Στρητ και των κυρίαρχων καπιταλιστικών ομάδων της χώρας. Η συνέχεια και η σταθερότητα της κυβέρνησης Κίρχνερ και του καπιταλιστικού προγράμματος της μπόρεσαν να επωφεληθούν από την ικανότητά της να ελέγξει την «αριστερά» και να απορροφήσει ένα τμήμα των ηγετών της στον κρατικό μηχανισμό. Ο τσαβισμός έδωσε αποφασιστικό στήριγμα για την αργεντίνικη κυβέρνηση, και για να κάνουν επιχειρήσεις και για να απορροφήσουν αυτήν την αριστερά στην αγκαλιά της πολιτικής μπουρζουαζίας. Η Βενεζουέλα και ο Τσάβες, μακριά από το να αποτελεί στήριγμα για την τάση της «πάλης των τάξεων», υπήρξαν στήριγμα για τις τάσεις ανάπτυξης του κεφαλαίου και των επιχειρήσεων.
    Η κατάσταση στην Βολιβία είναι διαφορετική, για να πάρουμε την άλλη όψη του νομίσματος. Η πολιτική συμφιλίωσης του Μοράλες δεν μπορεί να εμποδίσει, τουλάχιστον προς το παρόν, τις τάσεις εμφυλίου πολέμου, ακόμη και τη διάσπαση της χώρας, αυτή τη φορά με την υποστήριξη της Βραζιλίας του Λούλα. Ο εθνικισμός δεν μπορεί να υπερνικήσει τις συγκρούσεις με τον ιμπεριαλισμό και να δώσει μορφή σε μια ψευδαίσθηση αυτόχθονης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Δεν ανοίγει τον δρόμο σε μια επαναστατική κίνηση του λαού και κατά συνέπεια σε μια πολιτική πάλη. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα αδιέξοδο που μπορεί να οδηγήσει σε μια τραγωδία.

    N. Marcelo
    [Aναδημοσιεύεται από το débatmilitant N°180 της 13/12/2007, ηλεκτρονικό έντυπο των αγωνιστών της επαναστατικής δημοκρατίας, τάσης της LCR]
    NEA PROOPTIKI, No 421, 12/1/2008

  2. Καλή χρονιά!

    Έχουν γραφτεί άπειρες βλακείες για το θέμα του δημοψηφίσματος. Μεθοδολογικά νομίζω οτι το πιό χρήσιμο είναι να προσπαθήσει κανείς να κατανοήσει την προπαγάνδα και την πολεμική των μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων στη Βενεζουέλα – και να αδιαφορήσει για τις «αναλύσεις» των διαφόρων γκρουπούσκουλων, όχι γιατί είναι λάθος, αλλά γιατί αν είναι σωστές έτσι κι αλλιώς στα ίδια συμπεράσματα θα φτάσουμε αναλύοντας τις θέσεις και τις συγκρούσεις των υπαρκτών πολιτικών δυνάμεων.

    Πέρα από αυτό, μια – προσωπική κι εμπειρική – διαπίστωση είναι οτι ο Τσάβες έμεινε από συμμαχίες. Τον κίνδυνο τον σημειώναμε ήδη από την άνοιξη του 2007
    (βλ. εδώ).

    Θα ήθελα πάντως, εκτός από το πολύ καλό κείμενο του ποστ, να μεταφέρεις αν υπάρχει κάτι περισσότερο για τις θέσεις του Baduel καθώς και για τις τωρινές του σχέσεις με τον «περίεργο» Heinz Dieterich.

  3. KAI ΣYMΠΛHPΩMATIKΆ AΠO TON AΣTIKO TYΠO:

    Chαvez’s U-turn on socialism

    Stephanie Blankenburg

    Published 08 January 2008
    http://www.newstate sman.com/ 200801080001

    Venezuela-based economic advisor and analyst, Stephanie Blankenburg,
    on what could be Chαvez’s fight for survival

    On 2 January, a month on from his defeat in a referendum about a
    socialist reform of the county’s constitution, President Hugo Chαvez
    Frνas of Venezuela performed a stunning political U-turn.

    In typically flamboyant style, he made a surprise call to Venezolana
    de Televisiσn, the country’s main state-owned TV channel, «to drop a
    ‘bombita’ (small bomb)» on an unsuspecting public: He had decided to
    abandon his socialist agenda «for now» in order to form stronger
    alliances with the country’s middle classes, its private sector and
    the national bourgeoisie instead.

    To dispel any doubts about his seriousness in adopting this new
    political course, he replaced vice-president, Dr Jorge Rodrνguez _ the
    public face of his campaign for «21st century socialism» in Venezuela
    _ with Ramσn Carrizales, a military officer and technocrat, known for
    his good relationships with the country’s business sector.

    Perhaps more significantly still, Chαvez had already signed an
    end-of-the year amnesty for imprisoned perpetrators of a right-wing
    coup attempt against him in 2002.

    The President’s version of events

    Two days later, on his Sunday TV show «Alσ Presidente» (Hallo,
    President), Chαvez presented his fully reshuffled new cabinet and set
    out to explain the rationale for his action. His socialist project had
    been defeated, because the country had not been ready for such a
    radical approach.

    The only democratic response was to acknowledge defeat and to adopt a
    more gradual and inclusive way forward. Apart from broadening
    alliances to bring private business and the middle classes back into
    the fold, this would also mean a more careful focus on mass education
    and communal self-organisation. Socialism had not been abandoned, but
    postponed, although, by the sound of things, for quite some time to
    come.

    Chαvez’ analysis of the current situation certainly has the pleasant
    ring of reasonableness to it. There also is little doubt, even amongst
    the most fervent socialists in Venezuela, that the agenda for «21st
    socialism», adopted in January 2007 as abruptly as it has now been
    abandoned, had been rushed in with too much haste, limiting space and
    time for public consultation and debate of often complex issues.

    Yet, the solidity of this analysis stands and falls with the
    correctness of its main premise _ that the failure of voters to
    approve the constitutional reform project in the referendum of 2
    December was a vote against socialism. This is much less clear.

    What is clear is that the defeat of Chαvez’ reform project at the
    polls is down to the abstention of roughly three million voters, who
    only a year earlier had voted for him as their president on the same
    socialist platform.

    Compared to the December 2006 presidential elections, the opposition
    did not gain any votes. It seems unlikely such a substantial bloc of
    Chαvez supporters should have been deterred merely by deficient
    campaigning a year after enthusiastically endorsing him.

    In fact, a closer look at electoral patterns reveals a clear protest
    vote, not against a socialist agenda, but against corrupt
    administrations, at the national and the regional level.

    Chavismo and the ‘oil curse’

    To understand, where this protest vote came from and why it outweighed
    the pro-Chavez and pro-socialism vote, it helps to remember that
    Venezuela is defined by only one thing _ oil.

    For almost a century, the state has been a gigantic machine to
    distribute oil rent. In this context, left and right have a rather
    different meaning from their usual connotations.

    On one side of a profound societal divide, there are those who benefit
    from oil from the very rich elites down to middle-rank state employees
    with comfortable pension arrangements.

    On the other side, there are those who are excluded from a share in
    this bounty, the poor and the lower middle classes.

    Not surprisingly, the main objective of the «insiders» is to defend
    and expand their share in the country’s oil wealth. Those on the
    outside divide into the small group with some chance of eventually
    making it to the inside, and the much larger group of people without
    any realistic chance of ever getting there.

    The latter are, or used to be, core Chαvez supporters: Their only hope
    is structural reform that dismantles the distributive rent state and
    replaces it by a productive developmental state. Until now, they had
    set their hopes on Chαvez.

    That these hopes have been rattled, is only marginally to do with a
    hasty referendum campaign, or with the people’s ideological
    immaturity.

    On the contrary, one of the most impressive achievements of Chavismo
    is precisely the very high degree of political awareness and education
    amongst the poor.

    No, the vote outcome has everything to do with the accession of many a
    Chavista to the rank of «insider» over the past eight years. This
    process has been gradual, and perhaps inevitable in a society in which
    institutionalised rentier-mechanisms have been endemic for decades.

    But the contradiction between a radical socialist government agenda
    and the «Chavista elite», bent on defending its share in the oil rent,
    effectively came to a head last year.

    Far from being a left-wing administration, the bulk of ministerial
    positions in the old cabinet, as well as many governorships, remained
    in the hands of the «Chavista right», or «new insiders».

    For example, the new vice-president, Ramσn Carrizales, is also
    ex-minister of Housing, a core social policy ministry.

    All through 2007, the battle between this «Chavista elite» and the
    «Chavista street» was fought out within government, with the so-called
    left-wingers, led by Jorge Rodrνguez, in the minority.

    It is an open secret in Venezuela that many governors, while publicly
    campaigning for a ‘yes’ vote in the referendum, used their resources
    to mobilise for the no-vote behind the scenes.

    Equally an open secret is the sudden destabilisation of the economy
    through food shortages and an escalating black market dollar exchange
    rate which was at least allowed to linger on for longer than
    necessary.

    A ‘soft coup’ or a return to electoral glory?

    So the Chαvez U-turn looks a lot less radical. For one, the new
    cabinet resembles its predecessor more than it differs from it. More
    importantly, it is not at all obvious the strategy of a shift to the
    «right» will help to pacify the country and stabilize the economy.

    Why? Well if it is correct that the result of 2 December was
    essentially a protest vote by the «Chavista street» against the
    «Chavista elite», then giving the latter free range is unlikely to
    boost Chαvez with the popular base.

    Yet, this popular base is all that stands between him and a ‘soft
    coup’ by an emboldened middle class, made up of the «Chavista elite»,
    the largely a-political state bureaucracy and moderate such as
    ex-General Raϊl Baduel, a former ally and defence minister who joined
    the opposition ranks in November 2007.

    After all, with the control over the country’s state apparatus and
    economic resources firmly in the hands of these groups, and a weakened
    popular base for Chαvez, perhaps unable to deliver election future
    victories, why would the middle classes and their allies in the new
    and old elites still need Chαvez?

    Chαvez is too much of a seasoned politician not to know this. If he
    still has chosen this course, it is not necessarily because it is of
    his liking or even of his making alone. It simply reflects the real
    distribution of power on the ground. His most important response is
    not the much publicized government reshuffle, but his decision to
    accelerate the organisation of a Chavista mass party, the United
    Socialist Party of Venezuela (PSUV).

    The task of getting this new mass party up to speed is an uphill one,
    especially with a «Chavista» government in place that has no interest
    in promoting such a move, and the popular base alienated.

    But unless Chαvez _ and the PSUV _ win the regional and municipal
    elections scheduled for November 2008, Venezuela might well have a new
    president before the year is out.

    In charge of the unenviable task to built a mass party in a few months
    and to win elections by the end of the year is none other than Jorge
    Rodrνguez.

    Dr Stephanie Blankenburg is Lecturer in International Political
    Economy in the Economics Department at the School of Oriental and
    Social Studies (SOAS), London. She is currently on secondment to
    Venezuela as an economic advisor and analyst. This article reflects
    her personal analysis and is unrelated to any government views or
    policies.

  4. (Για το πρώτο σχόλιο/αναδημοσίευση άρθρου. Το τελευταίο είναι ενδιαφέρον, και περιέχει πάλι επισημάνσεις που έγιναν και στο δικό μου κείμενο. Αλλά δε λέει τίποτε για δύο θέματα:
    α) άλλες πρόσφατες δηλώσεις του Chavez που δηλώνει ότι βασικόςστόχος είναι η σοσιαλιστική επανάσταση. Theokou αυτές μπορείς να τις βρεις;
    β) τι κάνουν τα κινήματα βάσης; Γιατί η όλη συζήτηση επικεντρώνει στον Chavez; Μήπως συντάσσεται με τη λογική που καταδικάζει; Γιατί δε μαθαίνουμε τίποτε για τις πρωτοβουλίες φιλοτσαβικών κινημάτων βάσης μετά το δημοψήφισμα και μας ενδιαφέρει μόνο ποιον υπουργό έβαλε πού ο Chavez;)

    το (πρώτο) κείμενο με βρίσκει σύμφωνο σε ορισμένα σημεία, όπως δείχνει εύκολα και μία επιφανειακή ανάγνωση της δικής μου απόπειρας κατανόησης μίας εξαιρετικά σύνθετης και αμφίσημης κατάστασης. Εδώ εντοπίζω και τις αδυναμίες ορισμένων θέσεων που εκφράζει, και οι οποίες απηχούν μία συγκεκριμένη αριστερή οπτική. Αυτή τη βρίσκω προβληματική γιατί αναλώνεται σε μία εύκολη και αδάπανη υπερεπαναστατικότητα και αντλεί από έναν αρκετά ανεύθυνο δογματισμό.
    Μας λέει το κείμενο α) ότι η μεταρρύθμιση επεδίωκε μόνον την ενίσχυση της προεδρικής εξουσίας, και τα περί συμβουλίων και λαϊκής εξουσίας είναι απλά ‘συνοδευτικά’ με στόχο την ενσωμάτωση ενεργών στρωμάτων στο αστικό κράτος. Οι ισχυρισμοί αυτοί
    απλώς σημαίνουν ότι ο συγγραφέας είτε αγνοεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο των προτάσεων της συντ.μεταρρύθμισης, αλλά
    και την τεράστια προσπάθεια που έχει ξεκινήσει από το 2006 με τη δημιουργία από τη βάση πάνω από 18 000 κοινοτικών συμβουλίων, ή απλώς διαστρεβλώνει σκόπιμα ό,τι γνωρίζει για να υπηρετήσει μία προδιαμορφωμένη θέση κλειστή στην κριτική και την αναθεώρηση μέσω της ανοικτής επαφής με την ιστορία.
    Β) Ο Τσάβεζ κατηγορείται γιατί δεν κινήθηκε επαναστατικά-σοσιαλιστικά στην οικονομία (μόνος του???), και ταυτόχρονα απαξιώνεται τελείως το συνταγματικό ΤΟΥ εγχείρημα που έθετε τέτοιους στόχους, όσοι δειλοί κι αν ήταν αυτοί (είναι πολύ εύκολο να προσάπτει κανείς στη μπολιβαριανή διαδικασία ότι δεν απαλλοτρίωσε μαζικά τα μέσα παραγωγής κλπ. από τον καναπέ του. Αν είχε να αντιμετωπίσει τις σχέσεις εξουσίας και τις πραγματικές τις ταξικές/πολιτικές αμφιταλαντεύσεις και αντιπαραθέσεις
    στη Βενεζουέλα, ίσως να επεδείκνυε μικρότερη αλαζονεία)
    Γ)Υποβάλλεται το συμπέρασμα ότι ο Τσάβεζ έχασε γιατί ήθελε να ενισχύσει την προεδρική, βοναπαρτική του εξουσία, η οποία ερχόταν σε αντίφαση με άλλες διαστάσεις της διαδικασίας αλλαγής στη Βενεζουέλα. Πραγματικά πιστεύει ο συγγραφέας ότι τα εργατικά και κατώτερα μεσαία στρώματα στη Βενεζουέλα διψούν για έναν επαναστατικό σοσιαλισμό από τα κάτω, χωρίς δεσποτικά διευθυντήρια και ηγέτες και χωρίς ‘αντιφάσεις’ μεταξύ κοινων.αναδιανομής και καπιταλιστικής βάσης, και γι’αυτό απέρριψαν τη μεταρρύθμιση; Γιατί τότε αυτές οι μάζες με την ώριμη επαναστατική συνείδηση δεν ανέδειξαν τόσα χρόνια μαζικές εναλλακτικές μορφές οργάνωσης πέρα από τον Τσάβεζ και το κράτος;

    Η δική μου δυσκολία με αυτή τη δογματική, ισοπεδωτική και απαξιωτική αντιμετώπιση είναι ότι αδυνατώ να καταλάβω τι επιτυγχάνει πολιτικά, πέρα από την ικανοποίηση ψυχικών αναγκών πουριτανικής/ασκητικής υφής. Σώζει την ιδεολογική καθαρότητα της ψυχής των εκφραστών της και τα υπερεπαναστατικά τους διαπιστεύτηρια, και τους διαφυλάσσει από την πολιτική: που θέλουμε να πλάθεται με το υλικό των ονείρων μας, αλλά αυτή η άτιμη αντιστέκεται και δε μας κάνει το χατίρι
    παρά με μεγάλη τσιγκουνιά, οπότε κι εμείς αντί να αρπάξουμε τις λίγες ευκαιρίες που μας δίνει για να αγωνιστούμε με κόπο και ρίσκο να την οδηγήσουμε εκεί που ονειρευόμαστε, την καταγγέλλουμε ως ποταπή κι ασήμαντη. Νίπτω τας χείρας μου και επιστρέφω στο βιβλίο, τον υπολογιστή και τη σέκτα μου. Εκεί ο έξω κόσμος δε με ταράζει.

  5. Νομίζω πως τα πράγματα και τα γεγονότα σπάνια είναι απλά και σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για καθαρές σοσιαλιστικές επανάστασεις. Η κυβέρνηση του Τσάβες κινείται σε αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική κατέυθυνση αλλά αυτό απεχει πολύ απο το να είναι ένα μεταβατικό προς το σοσιαλισμό καθεστώς ή να είναι ένα σοσιαλιστικό καθεστώς. Σίγουρα όμως η υπαρξη του έχει βοηθήσει απίστευτα την υπόθεση των καταπιεσμένων και την Κούβα!!!

  6. (από ένα εκ των ΜαυροΧάλι)
    Ένα σχόλιο σην ως τώρα συζήτηση: μου φαίνεται, πως το κείμενο από την Démocratie Révolutionaire που παραθέτει ο theokou τοποθετείται από μια οπτική που είναι μεν διαφορετική, όχι όμως και ανταγωνιστική με αυτήν του κειμένου του Α.Κ.. Ήτοι, από τη σκοπιά του προλεταριάτου των πιο εκβιομηχανισμένων περιοχών της Βενεζουέλας, θέτει επί της ουσίας το ερώτημα της δυνατότητας ή μη μετασχηματισμού των πολιτικών δομών μιας κοινωνίας δίχως ταυτόχρονο μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Ειναι αλήθεια πως το ερώτημα είναι παλιό, αλλά τούτο δεν το καθιστά λιγότερο ενδιαφέρον. Τουναντίον, είναι ένα ζήτημα που εν πολλοίς χαρακτηρίζει τον επαναστατικό ή μη χαρακτήρα ενός κινήματος (αν δεν ταυτίζουμε την επανασταση με μιαν απλή αλλαγή καθεστώτος, για να γίνω κι εγώ λίγο προκλητικός). Με αυτήν την έννοια η οξεία -σε κάποια σημεία της- απάντηση-σχολιασμός του alkioup μου φαίνεται κάπως υπερβολική στο βαθμό κυρίως που: α) το κείμενο-σχόλιο δε μιλάει στο όνομα ούτε κάποιων φωτισμένων μαζών κι ούτε σε αυτό μιας οικονομίστικης εκδοχής του μαρξισμού που παέι δήθεν από τη «βάση στο «εποικοδόμημα» και κυρίως β) στο βαθμό που ούτε κι ο alkioup φαίνεται να αμφισβητεί την κατ’αρχήν διαπίστωση, πως δηλαδή ήταν εκείνα τα κοινωνικά κομμάτια που αποστοιχίστηκαν από το σχέδιο της συνταγματικής μεταρρύθμισης.
    Με άλλα λόγια, θα συμφωνούσα πως το ερώτημα τίθεται ίσως ελλειπτικά αλλά έστω κι αν τούτο θυμίζει δοκιμασμένες ή ηττημένες απαντήσεις, παραμένει όμως ένα νόμιμο και κρίσιμο ερώτημα που θαρρώ πως δεν ωφελεί να το προσπερνά κανείς με αφορισμούς.

  7. το ζήτημα της σύνδεσης πολιτικών και οικονομικών αλλαγών, και δη μέσα στον τομέα της παραγωγής, εννοείται ότι είναι κρισιμότατο και γενικά και ειδικά. Ως προς αυτό δεν υπάρχει καμία απολύτως δική μου διαφωνία, πολύ περισσότερο αφορισμός. Εξάλλου αναζήτησα εξ αρχής οικονομικούς μετασχηματισμούς για να κριθεί η ριζοσπαστικότητα ή μη του μπολιβαριανού εγχειρήματος. Και ακριβώς επειδή και υπήρξαν τέτοιες δειλές τάσεις μετασχηματισμού, και έγινε μία απόπειρα να επεκταθούν και να βαθύνουν με τη συνταγματική μεταρρύθμιση, συνδυαζόμενες με μία ανάπτυξη του κοινοτικού ελέγχου της οικονομίας, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να κατανοήσω την πλήρη απαξίωση που εκφράζουν προτάσεις όπως ‘Η συνταγματική αναθεώρηση θα είχε σαν αποτέλεσμα μια ενδυνάμωση του κρατικού μηχανισμού† τα «κοινοτικά συμβούλια» και οι άλλες μορφές της «λαϊκής εξουσίας» εμφανίζονταν συνοδευτικά για να απορροφήσουν τα ενεργά στρώματα του πληθυσμού στον αστικό μηχανισμό του Κράτους.’
    Η άποψη αυτή (δεν είναι η μοναδική σε αυτό το μήκος κύματος στο εν λόγω άρθρο) απηχεί τη γενικότερη στάση μίας ορισμένης αριστεράς, με κοινές ιδεολογικές και πολιτικές συντεταγμένες, μία στάση η οποία εκφράστηκε από τη Βενεζουέλα ως την Αυστραλία και την Ελλάδα με τους ίδιους ισοπεδωτικούς όρους. Τα ακροτελεύτια σχόλιά μου σε αυτήν αναφέρονται, και όχι στο σύνολο του αναδημοσιευόμενου άρθρου ούτε και σε κανέναν/καμία προσωπικά. Η πολιτική γίνεται με πρόσωπα και μεταξύ προσώπων, αλλά στα πλαίσια ευρύτερων τοποθετήσεων, συλλογικοτήτων, κοινωνικών λόγων και δυναμικών. Δεν αφορά αποκλειστικά καμία μονάδα, είτε πρόκειται για τον/την συγγραφέα ενός άρθρου είτε για τον Chavez. ΚΑΙ αυτό το λάθος κάνει η προαναφερθείσα αριστερή κριτική. Εξαπολύει μύδρους κατά του Τσάβεζ και της διακυβέρνησής του, σαν να εξέφραζε μόνο
    τον εαυτό του ή σαν να μας ενδιέφερε μόνο αυτός.

  8. Μια συμπληρωματική ματιά
    για τις τελευταίες κινήσεις του Chavez
    από:

    21/1/ 2008, Federico Fuentes – Green Left Weekly
    International News, Green Left Weekly issue #736 23 January 2008.
    Source:
    Green Left Weekly

    Self-criticism

    It is clear that Chavez has listened intently to the wide-ranging criticisms of his government in order to formulate his response. His most thorough statement on the situation was his speech to the National Assembly on January 11.
    He pointed to a number of issues confronting the revolution: the weight of the corporate media and lack of strategy to counter it; crime; food shortages; and especially the crippling problem of bureaucratism, inefficiency and corruption.
    The latter has led to a weakening over 2007 of the social missions — which represent significant gains for the poor majority — and in particular the health care Mission Barrio Adentro and the cheap food distribution Mission Mercal. Chavez raised the “harm done to the confidence of the people … being done everyday with a certain type of publicity, coming as much from local governments as the national government over which I preside; deceitful publicity, demagogic publicity, which many times contradicts the reality that the people live everyday …”
    Part of the problem is presenting inflated figures that give an exaggerated view of the gains being made.
    For instance, at the end of 2007, the government claimed there were 30,000 communal councils (grass roots bodies of popular power), but at the start of this year revised the figure to 18,000. Attempting to meet the arbitrary target of 50,000 councils in one year led to many problems as the process was rushed, rather than focusing on ensuring the councils were being formed correctly and at a pace appropriate to people’s ability to ensure they function properly.
    Similar problems were associated with the PSUV — which signed up 5.7 million people last year, with more people listed as joining in some states than had voted for Chavez in the previous election. Official figures for ongoing participation in PSUV brigades were put at 1.5 million, which was clearly inflated and probably at least double the real figure.
    Chavez pointed to the “contradictions between the discourse of the leader and the reality of bad management or bad political practices … The revolution needs to strengthen the confidence of the people … We have to convince and demonstrate at the same time.”
    Chavez insisted: “This year, which I want to declare the year of ’revolutionary impulsion’, must be a year of solutions of the small problems, the concrete problems of the people.”

    It is partially true, as Blankenburg argues, that one factor in the referendum defeat was a protest vote against the bad management by different tiers of government.
    Also there is no doubt a section of the Chavista camp and the state bureaucracy whose privileges have been threatened by the push for socialism, worked to sabotage the campaign. How else can you explain the fact that problems such as the food shortages were allowed to continue for several months without serious action by government or state institutions to tackle it?
    This suggests that rather than attempting a rapid deepening of the process while confidence of the people has been undermined one the one hand and serious political weaknesses exist within the Chavista camp on the other, the correct course is to prioritise overcoming these twin problems in order to lay the ground work for the necessary significant advances.
    This appears to be the essence of the plans set out by Chavez for 2008.

    Strategic error

    The strategic error, Chavez said and took full responsibility for, was that “it was not the moment to launch this new attack … we needed to have consolidated, we needed to have launched, relaunched, government projects, sought more efficiency …”
    Chavez described the referendum defeat as like a boxer being dealt a blow but not knocked out. The boxer remains on his feet. The revolution did not advance but nor it go backwards.
    Reaffirming “that the only and true road to the definitive liberation of our homeland is the path of socialism”, Chavez said: “I call on everyone to make this a year of more advances.”
    Chavez has set plans to bridge the gap that grew between him and the people, leading to the loss of nearly 3 million voters who backed him in the presidential elections, but abstained in the referendum. The aim is to find the ways to combine measures to solve the problems facing the mass of people with ways to raise the level of organisation and consciousness.
    Doing this will inevitably bring the process into conflict with capitalist interests, as it already has. However, it doesn’t mean a forced march into a decisive battle without allowing for the necessary preparation of the working people.

    New cabinet

    Rather than giving free range to the “Chavista elite”, Chavez sent a clear message in his recent cabinet reshuffle: ministers have to be effective.
    The clearest example of this is the new vice president, Ramon Carrizales, who is known for the fact that more houses were constructed last year with him as housing minister than in any previous year under the Chavez government.

    He is also known for having led the successful project to rebuild the vital bridge between Caracas and the international airport in record time while he was infrastructure minister.
    In a sign that the cabinet reshuffle doesn’t represent a fundamental political shift, the former vice president, Jorge Rodriguez, who was seen as a radical has been freed up to focus full time on heading up the PSUV — the key political instrument to take the revolution forward.
    On the January 13 Alo Presidente a number of ministers came under fire for not moving fast enough on projects, sending a further signal to them and the people that the government is intent on making real changes.
    The call for seeking agreements with middle class opposition supporters and national capitalists is partly due to a common complaint among the poor that Chavez’s rhetoric is often too confrontational and risks unnecessary conflict.
    The amnesty for some of those involved in the coup was in response to the campaign by the opposition around supposed “political prisoners” and does not include those involved in crimes against humanity or those who fled the country to escape responsibility — in other words the key coup leaders are excluded from the amnesty. In this way, Chavez has undercut the opposition campaign — leaving them defending those who cannot be defended.

    Popular power and political organisation

    In the same speech that Chavez mentioned an alliance with the national bourgeoisie he also called on people to read V. I. Lenin, emphasising that the central priority has to be deepening the social and political organisation of the people — principally through the communal councils and the PSUV.
    Declaring the promotion of communal power a central task, Chavez said: “The issue of the communal councils cannot limit itself to the transfer of resources … The most important thing is that you organise yourselves, become conscious of the social battle and go forward in consolidating the community …”
    “In order that December 2 never happens again”, Chavez said at the opening speech for the PSUV founding congress on January 12, it is necessary to go on the offensive with the PSUV “as the spearhead and vanguard” of the revolution. “We have arrived here to make a real revolution or die trying.”

  9. […] γνωστό. Επαναστάτης σοσιαλιστής-μεταρρυθμιστής κατά πολλούς, επικεφαλής ενός διεφθαρμένου καθεστώτος κατ’ […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: