σαββατόβραδο/rosso di sera, bel tempo si spera

…»ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα,
κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει»
Γ. Σεφέρης, Ο τελευταίος σταθμός

Το βράδι του Σαββάτου έχει υπάρξει κεντρικό μοτίβο της λαϊκής κουλτούρας στα χρόνια του βιομηχανικού καπιταλισμού. Καθένας, δίχως πολλή προσπάθεια μπορεί να θυμηθεί λίγα τραγουδάκια για το βράδι Σαββάτου, το Σαββατόβραδο μ’όλες τις ονομασίες του. Κι αν τύχει να’σαι έλληνας σε οποιαδήποτε γωνιά ή θέση του β’ μισού του εικοστού αιώνα, δε γίνεται ν’αγνοείς εκείνο των Λειβαδίτη και Θεοδωράκη από τον Καζαντζίδη.Για πολλά χρόνια, ήταν και για μένα ό,τι είναι λίγο πολύ για όλους μας, κι ακόμα λιγότερα ίσως, δοθέντος πως οι σχέσεις μου με τη μισθωτή εργασία υπήρξαν μέχρι τούδε μάλλον εξωτερικές. Μα κάποια κουβέντα αποκάλυψε, καί σε μένα, την οικουμενική του σημασία.

Ήτανε στο Παρίσι κι όχι πολύ μακριά από τώρα, στις αρχές τούτου του αιώνα. Είχα ραντεβού με τον Ο., έναν παλιό ηγέτη της ιταλικής επαναστατικής αριστεράς, κυνηγημένο από το ιταλικό καθεστώς, ανάμεσα σε μερικές δεκάδες χιλιάδες άλλους, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70: τον καιρό εκείνο, μετά από μια δεκαετία μαζικών απεργιών, καταλήψεων εργοστασίων και μαζικού επαναστατικού πειραματισμού σε γειτονιές, σχολεία, σχολές και φάμπρικες, το κράτος αποφάσισε να τελειώνει μια και καλή μ’αυτήν την ιστορία καταστέλλοντας το τελευταίο μεγάλο κύμα κινητοποιήσεων και συλλαμβάνοντας εν μία νυκτί (7 απρίλη 77) όλη την ηγεσία της επαναστατικής αριστεράς. Ακολούθησε ένα κύμα συλλήψεων και διώξεων, ένα κρατικό πογκρόμ που άγγιξε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο 60 με 70 χιλιάδες αγωνιστές της γείτονος.

Από όλη αυτήν την ιστορία, στ’αυτιά και στα μάτια ενός τρίτου, αν φτάνει κάτι σήμερα, είναι η αστυνομική εκδοχή της ιστορίας στην οποία εκπαιδεύουν οι καναλάρχες τους τηλεθεατές: η φήμη των «ερυθρών ταξιαρχιών» και της απαγωγής Μόρο, όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ έχουμε να κάνουμε με τρομοκράτες τύπου 17Ν και λοιπούς συγγενείς.

Από αυτήν την ιστορία οι περισσότερες πτυχές είναι σήμερα υπό εξαφάνιση στη σφαίρα του δημόσιου λόγου κάθε άλλης χώρας πλην της Ιταλίας. Εκεί υπήρξε ένας «εμφύλιος πολεμος χαμηλής έντασης», με το νεοφασιστικό κράτος και παρακράτος να δολοφονεί χιλιάδες με τυφλές εκρήξεις βομβών σε κεντρικούς σιδηροδρομικούς σταθμούς. Και σε κάθε περιπτωση, με βάση τους επίσημους υπολογισμούς, αυτές οι τυφλές επιθέσεις, στοίχισαν τη ζωή σε διπλάσιους από όσους άγγιξε η ένοπλη πάλη που ξεκίνησε ως σαρξ εκ της σαρκός του κινήματος για την αυτοάμυνά του και αυτονομήθηκε από αυτό για να συμβάλει ωστέ να σφίξει ο βρόγχος που προκάλεσε ένα θάνατο από ασφυξία – την αποκοπή της επαναστατικής πτέρυγας από τις μαζικές συλλογικές διαδικασίες του κινήματος.

Ακόμα κι η μνήμη εκείνης της καταπληκτικής δεκαετίας ασφυκτιά ακόμα και σήμερα από την τυραννική μνήμη της ένοπλης πάλης. Πρώτος υπαίτιος γι’αυτό είναι το σύγχρονο κράτος της Ιταλίας που κρατάει διαρκώς σε καθεστώς πραγματικής ή νομικής ομηρίας κάποιες χιλιάδες πολιτών εις βάρος των οποίων εκκρεμούν καταδίκες που έγιναν υπό απίθανες δικαστικές και πολιτικές συνθήκες πριν από δυο και πλέον δεκαετίες. Καμιά αμνηστία, καμια λήθη, καμιά «συγγνώμη» στο «διαρκές έγκλημα», κι ας είναι πλέον γνωστό τοις πάσι πως οι δίκες ήταν στημένες και με κατηγορίες κατασκευασμένες από «μεταμεληθέντες» που, μέσα στο γενικό διωγμό, προσπαθούσαν να σώσουν το τομάρι τους καρφώνοντας οποιονδήποτε. Θύματα της σκευωρίας έπεσαν ακόμα και διεκεκριμένοι δημοσιογράφοι, σαν το Σόφρι, που κρατάει ακόμα σταθερή στήλη στη Ρεπούμπλικα από της φυλακής τα σίδερα (βλ. και Κ. Γκίσνσμπουργκ, «Ο δικαστής κι ο ιστορικός», και Α. Ταμπούκι, «Η γαστρίτιδα του Πλάτωνα»).

Αυτός ήταν κι ο λόγος της μη απονομής αμνηστίας, για την οποία παλεύει ακόμα και σήμερα ο τότε συνομιλητής μου, μέχρι τα γεράματα κι αφού είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα ξένα, στα Παρίσια. Τον καιρό εκείνο, η δεύτερη θητεία του Σιράκ είχε εγκαινιαστεί με μια διμερή συμφωνία σε επίπεδο υπουργών δικαιοσύνης για την έκδοση στην Ιταλία μερικών εκατοντάδων «φυγάδων» αυτής της εξοντωτικής δικαιοσύνης. Ο πρώτος τέτοιος, ένας διδάσκων της πολιτικής επιστήμης στο πανεπιστήμιο 8 του Παρισιού, είχε μόλις εκδοθεί κι απελαθεί στην Ιταλία όπου εκτίει ακόμα μια 20ετή κάθειρξη ερήμην(!) σε «ειδικό κελί», δίχως δικαίωμα έφεσης.

Για όλα αυτά είχαμε συμφωνήσει να μιλήσουμε, με την ελπίδα, εκατέρωθεν, πως θα μπορούσαμε να δημοσιεύσουμε κάτι για το όλο θέμα. Ο συνομιλητής μου, κομμάτι αυτής της παράξενης κυνηγημένης κοινότητας, στην παράδοση των γαριβαλδίνων του 19ου αιώνα και των αντιφασιστών του μεσοπολέμου, θέλησε να ανοίξει τη συνομιλία μας με μια σύντομη αυτοβιογραφική αναδρομή. Το κασετοφωνάκι, ακουμπισμένο στο τραπέζι ενός λαϊκού καφέ κοντά στο Σταθμό της Ανατολής, κατάγραψε πρώτα-πρώτα τη συντομη περιγραφή μιας παιδικής ηλικίας σε αγροτική περιοχή του ιταλικού νότου. Ήρθε η στιγμή να περιγράψει πως και γιατί στρατεύτηκε στην επανάσταση κι έγινε κομμουνιστής. «Η οικογένεια μου ήταν σχετικά ευκατάστατη», έλεγε σε γαλλικά με έντονο ιταλικό ιδίωμα, «μα πάντοτε, ενώ εγώ είχα άπειρο χρόνο, έβλεπα γύρω τους άντρες και τις γυναίκες να δουλεύουν στους αγρούς κι αναρωτιόμουν πως βρίσκουν χρόνο και κουράγιο να διασκεδάσουν, να παίξουν, να χαζέψουν, να ερωτευτούν, όπως μπορούσα να κάνω εγώ όλη την ώρα… Αυτό που σημάδεψε το πέρασμα μου στην άλλη πλευρά, από’δω πού’μαι μέχρι τώρα, ήταν θυμάμαι το Σάββατο βράδι, από ένα ποίημα του Λεοπάρντι» .

Questo di sette è il più gradito giorno,
pien di speme e di gioia:
diman tristezza e noia
recheran l’ore, ed al travaglio usato
ciascuno in suo pensier farà ritorno.

(Τούτη ειν’από τις εφτά η πιο ωραία μέρα/ γεμάτη ελπίδα και χαρά/ απ’αύριο θλίψη κι ανία/ φεύγουν οι ώρες, και στις συνήθειες της δουλειάς / καθείς το λογισμό θα ξαναστρέψει. – G.Leopardi, από το Il sabato del villaggio).

Την ίδια στιγμή που ο Περσικέττι βγάζει ακόμα μια νύχτα στο ειδικό κελί του στο Βιτέρμπο, ένας συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο Τσέζαρε Μπατίστι, σ’ένα άλλο κελί στη Βραζιλία, όπου βρέθηκε για να ξεφύγει από το κυνήγι των γαλλικών αρχών που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, περιμένει την απόφαση των δικαστών για την έκδοσή του στην πατρίδα του όπου εκκρεμεί μια ισόβια καταδίκη. Η Μαρίνα Πετρέλλα, μια γυναίκα αυτής της κυνηγημένης γενιάς, συνελήφθη πριν από λίγες μέρες και κρατείται από τις γαλλικές αρχές περιμένοντας κι εκείνη την απόφαση για την απέλασή της. Η γαλλική αριστερά απαντάει, ξανά, με ψηφίσματα υπεράσπισης των υπό απέλαση αγωνιστών: «επίσημος» λόγος είναι το γεγονός πως αυτές οι εκατοντάδες από τους διωκόμενους βρέθηκαν στη Γαλλία μετά από το περίφημο «δόγμα Μιττεράν», που αρνούνταν να εκδόσει σε άλλη χώρα πολίτες που διώκονταν για πολιτικούς λόγους, ακόμα κι αν αυτή ήταν η Ιταλία κι όχι η Ακτή Ελεφαντοστού. Ο πραγματικός λόγος είναι πως αυτές οι εκατοντάδες, έζησαν και ζουν ακόμα στη Γαλλία όπως και πριν, στο φως της μέρας και στην ανοιχτή, συλλογική δράση. Ο ιταλικός mainstream τύπος τους ονομάζει ακόμα συλλήβδην «πρώην τρομοκράτες». Ο διευθυντής του Φεστιβάλ της Βενετίας υποχρέωσε, επί ποινή αποβολής της, τη Φανύ Αρντάν να ζητήσει δημόσια συγγνώμη γιατί τόλμησε να ισχυρισθεί στον ιταλικό τύπο πως ο ιστορικός ηγέτης των Ερυθρων Ταξιαρχιών Ρενάτο Κούρτσο είναι ένας «σύγχρονος ήρωας». Οι πρώτοι που επιλέχτηκαν στη Γαλλία για απέλαση είναι εξάλλου οι πιο «προβεβλημένοι», ένας που έγραφε πολιτικές πραγματείες για το καθεστώς έκτακτης ανάγκης στην Ιταλία, κι ένας που έκανε μυθιστορήματα με υλικό από την εμπειρία εκείνης της δεκαετίας. Όποιος δηλαδή μιλούσε για το τελευταίο επαναστατικό ρεύμα στην καρδιά του ανεπτυγμένου κόσμου, ελπίζοντας ίσως ν’αποτελέσει παράμετρο μιας νέας τέτοιας εμπειρίας.

Εμπειρία σαν κι εκείνη του Σαββατόβραδου που συσσωρεύει στην πεπερασμένη του διάρκεια όλη την ενέργεια και το μεδούλι της ζωής.

Ας σταματήσουμε όμως κάπου εδώ, με τη δέσμευση να επανέλθουμε στη μνήμη αλλά και στο παρόν αυτής της εμπειρίας, που θέλουν να τη στραγγαλίσουν πριν προλαβει να (ξανα-)γίνει λόγος και κίνηση. Τούτες οι γραμμές γράφονται απλά ως μια πρώτη απόκριση σε μια οδηγία προς ναυτιλλομένους που λάβαμε χτες κι εμείς, από εκείνο το συνομιλητή που μας έκανε να καταλάβουμε την οικουμενική αξία του Σαββατόβραδου. Την έστειλε από την Cava dei Tirreni, όπου έχει πια βρεθεί επωφελούμενος από μια παραγραφή εκτέλεσης της ποινής του, μεταφέροντας έτσι «εντός των συνόρων» τον αγώνα για αμνηστία. Του στέλνουμε από εδώ μια ελάχιστη δήλωση αλληλεγγύης κι ευγνωμοσύνης, μαζί με την ευχή τούτος να είναι ο δικός του τελευταίος σταθμός προς μια πιο αληθινή απελευθέρωση…

Advertisements

4 Σχόλια to “σαββατόβραδο/rosso di sera, bel tempo si spera”

  1. «για να συμβάλει ωστέ να σφίξει ο βρόγχος που προκάλεσε ένα θάνατο από ασφυξία – την αποκοπή της επαναστατικής πτέρυγας από τις μαζικές συλλογικές διαδικασίες του κινήματος»

    Συμφωνώ μαζί σου. Η κρατική τρομοκρατία και ο «εμφύλιος» του 70 στην Ιταλία είναι οι λόγοι που ηττάται το Ιταλικό επαναστατικό κίνημα, για μένα ό,τι πιο ελπιδοφόρο στη σύγχρονη εποχή. Δεν νομίζω πάντως ότι είχαν και περιθώρια να κάνουν αλλιώς. Και είναι πραγματικά ανατριχιαστική η εκδικητικότητα του κράτους και η ικανότητά του να ισοπεδώνει κάθε αντίσταση.

  2. @inlovewithlife
    το «αν είχαν τη δυνατότητα να κάνουν αλλιώς», το παλιό ερώτημα των «αντικειμενικών» όρων της επανάστασης…
    καλά κάνεις και το θέτεις, όμως όπως κάθε πραγματική επαναστατική εμπειρία, αυτή η «δεκαετής άνοιξη» το έθεσε εν αμφιβόλω, προκρίνοντας την κουβέντα και τον πολύμορφο πειραματισμό για το επαναστατικό υποκείμενο στο μετα-φορντικό καπιταλισμό. μια συζήτηση, κι ακόμα πιο πολλοί πειραματισμοί, που ξαναέκαναν τη θεωρία υπόθεση της καθημερινής πράξης, τη γονιμοποίησαν (και γονιμοποιήθηκαν) σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, κυρίως μετά το ’89. Και δε μιλάω μόνο για το Νέγκρι (την πιο «θεαματική» φιγούρα), αλλά και για το Βίρνο, τον Αγκάμπεν, τη διαδρομή του il manifesto, τα «κοινωνικά κέντρα», τις «επιτροπές βάσης» των συνδικάτων τόσα άλλα και τόσους άλλους…

  3. @Кроткая
    να’σαι καλά μειλιχία, και grazie ( εκ μέρους των ιταλών συντρόφων). to be continued κι από’δω… στο μεταξύ όποιος υπογράψει και κανα ψήφισμα από αυτά που εχουν τα links, για καλό θα’ναι…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: