γέλια, χάχανα και σόκιν πνευματικές διεργασίες

Γράφει στην προχθεσινή Ελευθεροτυπία ο Γ. Ιωαννίδης κρίνοντας την Λυσιστράτη του ΚΘΒΕ, που παραστάθηκε το Σαββατοκύριακο στην Επίδαυρο:

… Εμμένοντας στις εντυπώσεις όμως η κωμωδία έχασε την επαφή με τα βαθύτερα ερείσματά της, ώσπου έφτασε να αιωρείται στο κενό σαν βοντβίλ, με μόνο σκοπό τον εντυπωσιασμό και το γέλιο. Ειδικά το τελευταίο προέρχονταν αποκλειστικά από τους σεξουαλικούς υπαινιγμούς -που για να είμαστε ειλικρινείς μόνο υπαινιγμοί δεν ήταν. Ισως επηρεασμένος από την απουσία κάποιας βαθύτερης στοχοθεσίας, βρήκα την παράσταση σε πολλά σημεία άστοχα προκλητική. Δεν θέλω να ηθικολογώ αλλά δεν θέλω κιόλας να χαχανίζει ο κόσμος με τον Αριστοφάνη. Ολοι συμφωνούμε εξάλλου ότι το γέλιο οφείλει να είναι εκδήλωση μιας βαθιάς πνευματικής διεργασίας, όχι αποτέλεσμα της συμπτωματικής αντίδρασης στο σόκιν. …»

Δεν με ενδιαφέρει να υπερασπιστώ την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γ.Ιορδανίδης. Δεν την παρακολούθησα δυστυχώς, δεν θα μπορούσα να την παρακολουθήσω και δεν την γνωρίζω.

Αυτό που μου προκαλεί εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ο ρητά κανονιστικός λόγος του κριτικού για το γέλιο· ίσως το κείμενο αδικεί τον συντάκτη του, ίσως πρόθεσή του είναι να αναφερθεί μόνο στο γέλιο που (οφείλει να;) προκαλεί η κωμωδία και όχι στο γέλιο γενικώς. Ακόμα όμως και έτσι αν είναι, πρόκειται για μία άκρως παράδοξη θέση.

Είναι παράδοξος καταρχήν ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «βαθιές πνευματικές διεργασίες» και σε «συμπτωματικές αντιδράσεις στο σόκιν». Αν αντί για «βαθιές» διάβαζα «συνειδητές» θα είχα ομολογουμένως μικρότερο πρόβλημα. Το γέλιο ως αντίδραση στην αισχρολογία δεν είναι «ρηχή» αντίδραση, βαθιά-βαθύτατη είναι και ασυνείδητη. Ένας μικρός περίπατος ως το 1905 και το «Αστείο» του Freud αρκεί για τα πρώτα κρίσιμα βήματα. Ίσως όμως να φτάνει απλώς λίγη ειλικρίνεια. Το γέλιο είναι επίσης πάντα μάλλον συμπτωματική αντίδραση, με την έννοια ότι έχει «εκρηκτικό χαρακτήρα». Είναι άλλο θέμα ότι η κωμωδία δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο πλήθoς τέτοιων «εκρήξεων» συνυπάρχουν οργανωμένα.

Παράδοξη είναι και η μη ρητά διατυπωμένη αλλά σαφής αντίληψη για το τι είναι αριστοφανικό. Αχ εκείνοι οι «σεξουαλικοί υπαινιγμοί». Αν κάτι συναρπάζει στους αριστοφανικούς υπαινιγμούς είναι η καταπληκτική δύναμη που κερδίζουν καθώς στέκουν πλάι πλάι με την πιο απροκάλυπτη και ξεδιάντροπη αισχρολογία. Γενικά ο υπαινιγμός δεν είναι ο κατεξοχήν τρόπος ούτε του Αριστοφάνη ούτε της αρχαίας κωμωδίας, ούτε στο επίπεδο της λέξεως ούτε στο επίπεδο της όψεως. Εμφανέστατα καυλωμένα αρσενικά, με τους φαλλούς που ανήκουν ως σταθερό εξάρτημα στο κοστούμι τους τεντωμένους μέχρις αποπληξίας, που αστειεύονται πικρά μεταξύ τους: «αν έχετε μυαλό θα μαζεύατε λίγο τα ρούχα σας, μή σας δει κάνας ερμοκοπίδας» δεν είναι υπαινιγμός ή, αν είναι, ανήκει τουλάχιστον επάξια, νομίζω, ανάμεσα σε εκείνους που «αν είμαστε ειλικρινείς μόνο υπαινιγμοί δεν είναι». (Αρ. Λυσ. 1090-1094). Η αρχαία κωμωδία διακρίνεται ακριβώς από την ελεύθερη αισχρολογία της, όπως και από την απροκάλυπτη σάτιρα, σε αντίθεση με την μεταγενέστερή της κωμωδία, από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.χ και μετά. (Αυτή είναι και η κοινή διαπίστωση που κυριαρχεί στην αρχαία φιλολογική παράδοση). Αυτό δεν σημαίνει ότι η αρχαία κωμωδία και συγκεκριμένα η αριστοφανική δεν χρησιμοποιεί «υπαινιγμούς». Το αντίθετο. Ο λόγος όμως ύπαρξής τους δεν είναι να η κάλυψη αλλά η δημιουργία εικόνων που κάνουν την (για την κωμωδία επίσης χρήσιμη) απλή αισχρολογία ποίηση: το όμορφα ξυρισμένο λιβαδάκι της πρέσβειρας από την Βοιωτία (Αρ. Λυσ. 89) πλάι στα θαυμάσια βυζιά της Λαμπιτούς από την Σπάρτη (83) είναι δηλωτικό.

Είναι παράδοξη (και σαφώς ενδιαφέρουσα) η διάκριση ανάμεσα σε γέλια και χάχανα, η οποία εμπεδώνει με την χρήση ξεχωριστής λέξης την διάκριση ανάμεσα στο «σοβαρό, βαθύ πνευματικό» και στο «επιπόλαιο» γέλιο. Δεν πρόκειται βεβαίως για διάκριση επινοημένη από τον Γ. Ιωαννίδη. Στο Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη ορίζεται το χάχανο ως δυνατό και παρατεταμένο γέλιο, συνήθως χωρίς λόγο· τα ίδια περίπου και στο Λεξικό που εξέδωσε ο κ. Μπαμπινιώτης. Φαντάζομαι ότι είναι εκείνο το «χωρίς λόγο» που ωθεί τον Γ.Ιωαννίδη να χρησιμοποιήσει το «χαχανίζω». Δεν καταλαβαίνω γιατί το σόκιν δεν είναι λόγος για να γελάει κανείς.

Ομολογώ ότι το προσωπικό μου γλωσσικό αισθητήριο με σπρώχνει να αντιπαραθέσω στα χάχανα τα βροντερά γέλια, και στο «χαχανίζω» το «γελώ από την καρδιά μου, πεθαίνω στα γέλια». Αν σωστά νομίζω, τότε πάλι δεν καταλαβαίνω για πρέπει αναγκαστικά κανείς να χαχανίζει με ένα «σόκιν αστείο» και όχι να γελά τρανταχτά.

Μπορεί κανείς να συζητήσει αρκετή ώρα για τις διαφορές του σόκιν στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ.χ. και στην δική μας. Υπάρχουν και είναι σημαντικές. Είναι όμως σαφές ότι η αρχαία κωμωδία γίνονταν αντιληπτή ως είδος που απολάμβανε ή είχε κατακτήσει στην πράξη μια ιδιαίτερη ελευθερία να χυδαιολογεί, να λέει πράγματα που αλλιώς και αλλού δεν λέγονταν δημοσίᾳ. Πράγματα σόκιν δηλαδή.

Ίσως να έχω άδικο στην κρίση μου για την κριτική. Ίσως η έλλειψη που επισημαίνει ως απουσία «βαθύτερη στοχοθεσίας» να αποδυνάμωνε σε τέτοιο βαθμό το δραματικό θέαμα, ώστε στο τέλος να έμενε μια σειρά σόκιν σεξουαλικών αστείων, πράγμα που θα ήταν οπωσδήποτε λίγο για μια κωμωδία. Αν ήταν έτσι, τότε το πρόβλημα δεν είναι ούτε τα χάχανα ούτε το σόκιν αλλά η ακύρωση της κωμωδίας. Σε κάθε περίπτωση τον βαθιά πουριτανικό και κανονιστικό λόγο για το γέλιο, που «όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να είναι αποτέλεσμα βαθιάς πνευματικής διεργασίας», δεν τον καταλαβαίνω.

Ξέρω ένα μόνο «γέλιο» που είναι μάλλον «αποτέλεσμα βαθιάς πνευματικής διεργασίας». Το πικρό γέλιο. Δεν λέω, είναι πολύ πιθανό στα χείλια των Αθηναίων του 411 να χάραζε και ένα τέτοιο γέλιο (ή μάλλον χαμόγελο), σαν άκουγαν τους στην πραγματικότητα από τους Πέρσες υλικά υποστηριζόμενους Σπαρτιάτες να τραγουδούν για τις Θερμοπύλες (Αρ. Λυσ. 1246-1270), αλλά οπωσδήποτε αυτό δεν είναι και το μόνο γέλιο που ξέρει η κωμωδία. Και ο λόγος που εμένα τουλάχιστον προσωπικά με μαγεύει η αρχαία κωμωδία είναι ότι μπορεί να βάζει δίπλα-δίπλα να συνυπάρχουν στο ίδιο οικοσύστημα χάχανα και πικρά γέλια. Μερικές φορές ακόμα και στην ίδια φράση.

Υ.Γ. Αξιώθηκα μόλις σήμερα να διαβάσω την κριτική του Αγγελικόπουλου στην «Κ». Απ’ όσο καταλαβαίνω η παράσταση πρέπει να ήταν όντως κακή. Ο κανονιστικός λόγος του Γ.Ιωαννίδη για το γέλιο δεν είναι γι’ αυτό λιγότερο προβληματικός.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: